"ΗΝΙΟΧΕΙΝ"
Just another WordPress.com site

Μάι.
19

"ΗΝΙΟΧΕΙΝ"

Του Γιάννη Ναστούλη

Η παρούσα οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια τα πάγια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, έτσι ώστε κάθε απόπειρα που θα διεκδικούσε μια ικανοποιητική προσέγγιση του ελληνικού προβλήματος οφείλει να εγκύπτει στα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν την «ιδρυτική πράξη» του νέου ελληνικού κράτους. Ενός κράτους που προέκυψε ως τερατογενετικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προοδευτικών, κυρίως στην οθωνική περίοδο, πολιτειακών θεσμών (κοινοβουλευτισμός και καθολική ψηφοφορία) με τις πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις και αξίες του οθωμανικού φεουδαλισμού. Όταν όμως μεταφέρονται πατριαρχικές αντιλήψεις και οι ομότροποι με τις αντιλήψεις αυτές εθισμοί βίου από την κοινωνία στην πολιτική, γεννιέται ένα ιδιόμορφο πλέγμα εξαρτήσεων στον άξονα προστασίας-υπακοής που αποκλήθηκε πελατειακή σχέση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού είναι αναπόφευκτη, ειδικά όταν σε συνθήκες οικονομικής καχεξίας εκείνο που μπορεί να εκποιηθεί είναι οι κρατικές θέσεις. Το δυστύχημα ήταν ότι την εκποίηση δεν την ανέλαβε μια εξορθολογισμένη αστική…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.528 επιπλέον λέξεις

Advertisements
Οκτ.
30

Του Γιάννη Ναστούλη

Συμπληρώθηκε ένας χρόνος διακυβέρνησης από τους σοσιαλιστές κι αν έπρεπε κανείς να κάνει μια αποτίμηση πεπραγμένων με ‘κείνη τη αξιολογικά ουδέτερη γλώσσα των επιστημόνων, την καθαρμένη από τις φορτίσεις αυτών που ζουν τα γεγονότα δε θα μπορούσε να αποφύγει την ιδέα του εφιάλτη. Είναι τόσες και τέτοιας ταχύτητας οι μεταβολές στο πεδίο των θεσμών, όσο και των εμπεδωμένων εθισμών ατομικού και κοινωνικού βίου, ώστε ο πολίτης στέκει αμήχανος και κυρίως φοβισμένος μπροστά στην αναίρεση της πολιτικής του υπόστασης. Αποδέκτης μιας ιστορικά πρωτόγνωρης κριτικής για τον τρόπο που οικοδόμησε την πολιτειότητά του, σύρεται σε μια ψυχολογική διελκυστίνδα μεταξύ αυτομομφής και οργής εναντίον όλων συλλήβδην. Χωρίς το στοιχείο της διακρίσεως για το «τις πταίει». Αφελείς ψυχολογισμοί για το μεσογειακό ταμπεραμέντο, τη σχεδόν  γονιδιακή απληστία των νεοελλήνων, μέχρι τους πιο «εκλεπτυσμένους» αναγωγισμούς κάποιων διανοητών που βρήκαν ευκαιρία για φιλοσοφική σπέκουλα: φταίει ο Γρηγόριος Παλαμάς και το κίνημα του ησυχασμού ή ο Κυδώνης που «έμπασε» τη δυτική νοησιαρχία μεταφράζοντας Ακινάτη και τα τοιαύτα. Ναι, μια εμβριθής πρόταση περί των αιτίων πρέπει να καταδυθεί στο πολιτισμικό μας DNA, με μέτρο όμως, που το διασφαλίζει η πολιτική ανάλυση. Το πρόβλημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Και κάθε απόπειρα επιλεκτικού αναγωγισμού  μοιάζει με ‘κείνον που ακούει καλπασμό και υποθέτει ότι είναι Ζέβρα.

Σίγουρα ζούμε σε μια πολύπλοκη εποχή που τα ζητήματα αυτοπροσδιορισμού τίθενται με ιδιαίτερη ένταση και τα παλιά ερμηνευτικά εργαλεία δεν επαρκούν, όμως νομίζουμε ότι συνιστά σφάλμα λογικής να οδηγηθούμε σε έναν μεθοδολογικό μαξιμαλισμό, πριν εκτοπίσουμε το πιθανό. Είναι ανάγκη οι επιστήμονες να ανασύρουν από τη φαρέτρα τους το παλιό «ξυράφι του Όκαμ» και οι απλοί πολίτες τον κοινό νου στις προσεγγίσεις τους.

Είναι ανάγκη να δούμε ότι η κρίση είναι προϊόν συνέργιας του διεθνούς τραπεζικού συστήματος στις αποφάσεις συγκεκριμένου τμήματος της ελληνικής πολιτικής ελίτ, το οποίο έχει πολύ συγκεκριμένη κοσμοθέαση και συνομαδώνεται με τα συγκεκριμένα οικονομικο-στρατηγικά συμφέροντα  μιας παγκόσμιας χορείας εκλεκτών, που ενώ η ίδια είναι αθέατη γίνεται αντιληπτή από τα αποτελέσματα της δράσης της, όπως τα είδαμε στην παγκόσμια κρίση του ’08, στην περίπτωση της Αργεντινής, σε όλα εκείνα τα κράτη που έπεσαν στη μέγγενη του ΔΝΤ και στη δράση εξωθεσμικών «παρασίτων» που διαμεσολαβούν τον διακρατικό χώρο.

Τα βιώνουμε (στην Ελλάδα) με συνταγματικά πραξικοπήματα, με μνημόνια υποτέλειας, με υπερκρατικές οντότητες που κυβερνούν «αντ’ αυτών», με κατακρήμνιση των πολιτειακών πυλώνων (Βουλή, Εκτελεστική εξουσία), με την καντoνοποίηση της επικράτειας, με την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, αλλά και του κράτους δικαίου, με τη λεηλασία των εισοδημάτων και της περιουσίας του λαού, με τον ορυμαγδό των ασφαλιστικών κεκτημένων, με την εξόντωση συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, με αποκαθήλωση των «δογμάτων» της εξωτερικής πολιτικής, με τα στρογγυλέματα στην παιδεία, με την διακυβέρνηση με τη μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης ( βλέποντας και κάνοντας), ωσάν η Ελλάδα να ήταν ο κλουβί του Skiner, με τον καταιγισμό, μέχρι μπουκώματος, ευφημισμών από ανθρώπους που σε κοιτούν στα μάτια και το βλέμμα δεν παθαίνει τη φυσιολογική μύση στο ψέμα, και τόσων άλλων ων ουκ έστιν αριθμός.

Και όλ’ αυτά για να εισέλθουμε καθαρμένοι από τις αυταπάτες της ιδεολογίας στη νέα, εξαχνωμένη από τους ανθρώπους, μετανεοτερική εποχή. Στον απρόσωπο, ουδέτερο, αποϊδεολογικοποιημένο χώρο των αγορών και της χρηματοπιστωτικής αλήθειας.

Μιας αλήθειας που ενώ εδράζεται στο στυγνό ορθολογισμό των οικονομικών δεικτών, βάζει τη μεταφυσική απ’ το παράθυρο, υποκαθιστώντας το κράτος με τη νέα μεγάλη ετερότητα, τις αγορές. Γιατί ποιος μπορεί να υποδείξει που είναι οι αγορές; Παντού και πουθενά. Στο χώρο του φαντασιακού! Η αγορά είναι εικονική, ένα οικονομικό φράκταλ, ο νέος Λεβιάθαν του Hobbes που απορροφά την κοινωνική ολότητα ανάγοντας την εντελέχειά της στην αφηρημένη, ωστόσο, εύληπτη συνάρτηση κόστους – τιμής. Όμως η κοινωνία είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό μόρφωμα, είναι υπαρκτική οντότητα που μέσα της πραγματώνεται η ανθρώπινη ζωή. Και καμιά οικονομική θεωρία, καμιά επιστήμη δεν απαντά στο γιατί υπάρχουμε. Ο  ρασιοναλισμός του επιστημονικού σταδίου και ο οικονομικός φιλελευθερισμός προκάλεσαν αυτό που ο Weber αποκάλεσε «απομάγευση του κόσμου», ως αναγκαίας προϋπόθεσης της προόδου, με μια παρενέργεια όμως : την έλλειψη νοήματος.

Ειδικά σε συνθήκες οικουμενισμού ο σύγχρονος καπιταλισμός της ύστερης νεοτερικότητας, όπως τον προσδιόρισε ο Habermas, οδηγεί στην κατάργηση των θεσμικών ερεισμάτων της κοινωνίας που αυτός δημιούργησε και στην απώλεια βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακυρώνει τις ίδιες τις κοινωνικο-θεσμικές βάσεις αναπαραγωγής του που διαμορφώθηκαν τον 20ο αιώνα οδηγώντας σε ένα ιδιότυπο κοινωνικό Απαρτχάιντ με στρατιές αποκλήρων και νεόπτωχων, με διαδικασίες ταχείας προλεταριοποίησης κυρίως μέσω της αποσυγκρότησης των μεσοστρωμάτων και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.

Στη διαδικασία αυτή, ο δημόσιος  χαρακτήρας των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών θεσμών – για να επικεντρώσουμε στον πυρήνα του κοινωνικού κράτους – μετατρέπεται σε άτυπο ατομικό δικαίωμα με κριτήριο την ανταποδοτικότητα, μια εξέλιξη που νοηματοδοτείται ευθέως από μηχανισμούς αγοράς, οδηγώντας σε νέο πρότυπο αξιολόγησης της προσωπικής διαδρομής και της πορείας βίου. Η ζωή χάνει την αυταξία της, κατακτώντας τη δικαίωσή της με όρους μιας αγοραίας μετααξιολόγησης και μόνο στο βαθμό που η εργασία του ατόμου συνεισφέρει στη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης. Μετά δε το τέλος του εργάσιμου βίου ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να οχλεί  τους ενεργούς συντελεστές παραγωγής.

Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους δεν είναι ένα συγκυριακό γεγονός – παρότι  δεν πρέπει αυτό να εκληφθεί ως δικαιολόγηση όσων συμβαίνουν στη χώρα μας. Απλώς η αποδόμηση χρειάζεται συγκεκριμένες πολιτικές συνομαδώσεις και εδώ συναντώνται όσοι έχουν κοινές προσλαμβάνουσες για το κράτος – έθνος: οι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι μονεταριστές με τους ρεφορμιστές του σοσιαλισμού- αλλά υποκεφάλαιο ενός ευρύτερου γίγνεσθαι που διαρρέει το σύνολο του πλανητικού κοσμοσυστήματος και του οποίου θέτει σε αμφισβήτηση την πολιτισμική και πολιτική συνοχή και τις όποιες εθνικές και πολιτειακές αναφορές. Τα κράτη συγκροτούν εφεξής ένα είδος συγκοινωνούντων δοχείων εντός των οποίων οι αναταράξεις γίνονται αισθητές διασυστημικά κυρίως στους τομείς με τη μέγιστη κινητικότητα όπως το κεφάλαιο και η εργασία.

Υπό τις συνθήκες αυτές το κράτος-έθνος παύει να αποτελεί το ανθρωποκεντρικό στεγανό της μεταφεουδαλικής / νεοτερικής Ευρώπης. Η απομείωση της ισχύος του επιτρέπει την απρόσκοπτη μετακίνηση κεφαλαίων και μεγάλων πληθυσμιακών μεγεθών από την «περιφέρεια» στο κέντρο (μετανάστευση) με συνέπεια την αποσυγκρότηση του πολίτη/εργαζόμενου ως προσώπου, φορέα, δηλαδή, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός μιας συνεκτικής πολιτικής και δικαιικής τάξης. Η εργασία μετατρέπεται σε εμπόρευμα, εξηρημένη του ανθρώπινου υποκειμένου που μετατρέπεται σε διαθέτη εργατικής δύναμης, ευπειθούς, ευήθους και εκτεθειμένου από την απουσία συλλογικών συμβάσεων εργασίας και του θεσμικού εν γένει πλέγματος προστατευτισμού. Μόνος σε ένα ετεροβαρές τετ α τετ με τον εργοδότη, υπό την πίεση ενός εφεδρικού στρατού εργασίας έτοιμου να απαλλοτριώσει εργατική δύναμη, σωματική, αλλά και διανοητική (το κογκνιταριάτο που προφήτευε ο Tofler), άνευ όρων.

Το πρόταγμα της πλήρους απασχόλησης σε συνθήκες καλπάζουσας οικονομικής μετανάστευσης γίνεται ολοένα και πιο χιμαιρικό, αλλά δεν είναι αυτό το μείζον, ούτε και το ζήτημα της φτηνής εργασίας. Το πραγματικό πρόβλημα / απειλή είναι α) η αποδυνάμωση της δυνατότητας του πολίτη να υποστηρίξει πολιτικά την εργασία του, β) η αποκατάσταση της συλλογικής συνοχής από την εθνοτική και πολιτισμική πολυσημία που αναιρεί την αιτιακή εστία της πολιτειότητας (δημοκρατίας) και γ) μέσω αυτής της διαδικασίας, η εισαγωγή της κοσμοσυστημικής ανομίας και της διεθνούς ισχύος εντός του κράτους, αφού (αυτό) χάνοντας την οργανική του σύνδεση με την κοινωνία αδυνατεί να εγγυηθεί τόσο την ασφάλεια του πολίτη, όσο και την εθνοτική αυθυπαρξία του, στοιχείο ακριβώς της αναγνωρισιμότητάς του, της οικείωσης της «θεμελιώδους κοινωνίας και της ατομικής ελευθερίας.

Η διάρρηξη της δυναμικής ισορροπίας στη σχέση κράτους-κοινωνίας-αγοράς και η ολοκληρωτική κυριαρχία της τελευταίας θέτει ένα πρόβλημα προτίστως γνωσιολογικό: την απορρόφηση της πολιτικής και της κοινωνίας από την οικονομία και το κατά πόσον αυτή η εξέλιξη συνιστά την απόληξη μιας τελεολογικά προσδιορισμένης διαδικασίας.

Η μετάταξη, όπως είπαμε, της εργασίας από τη δημόσια σφαίρα στην ιδιωτική συμπαρασύρει και μετατάσσει τη σχέση του πολίτη με την πολιτική στον ιδιωτικό χώρο, αφού η πολιτική αδυνατεί να διασφαλίσει το γενικό συμφέρον (όσο ασαφής και ύποπτη είναι η έννοια αυτή). Η κοινωνία πολιτών αποσυντίθεται σε ιδιωτεύοντα άτομα. Παρόλα αυτά η διχοτομία πολιτικής και κοινωνίας δεν είναι ένδειξη αποπολιτικοποίησης, αλλά μάλλον της κρίσης του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος, όπως το γνωρίσαμε. Στην ουσία η αποστασιοποίηση από το καταρρέον πολιτικό σύστημα είναι ο αναγκαίος απορφανισμός του πολίτη από το θνήσκον κράτος ως κυρίαρχου πλαισίου κοινωνίας του μεταφυσικού (κατά Komte) σταδίου και η ανάδυση του νέου πολιτικού υποκειμένου.

Το ερώτημα για τα επόμενα χρόνια θα τεθεί με μέγιστη ένταση: Θα παραμείνει το κράτος-έθνος η καλύτερη οργανωτική δομή στον αγώνα της παγκόσμιας κατανομής (πόρων και ισχύος), θα συνεχίσει να είναι η ανταγωνιστικότερη πολιτική και οικονομική μονάδα σε πλανητικό επίπεδο; Την όποια απάντηση θα δώσει η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης περίπτωσης και όχι ο αθεράπευτος έρως για το κράτος η, εξίσου, το ανάθεμα και οι τυφλές κατάρες γι αυτό.

Ειδικά για ευάλωτα κράτη, όπως η Ελλάδα, που τελούν υπό έμπρακτη πολιτική και οικονομική εξάρτηση και των οποίων η γεωπολιτική αξία είναι υψηλή, το ζήτημα μπορεί να πάρει τη μορφή εσχάτου διλήμματος: Υποταγή ή εξέγερση! Υποταγή σε μια ισχυρότερη δύναμη για να μην αποκοπούν από την πλανητική εξέλιξη ή εξέγερση ενάντια στον οικουμενισμό των ισχυρών. Φυσικά η απάντηση είναι εξέγερση, όχι όμως εκείνη που συνοδεύεται από ανακαινίσεις παραδοσιακών ψευδοπροσοψεων για λόγους ψυχικής υπεραναπλήρωσης των υπερεθνικιστών, ούτε εκείνη της αριστερής κενολογίας περί εκμηδένισης των στρατιωτικών δαπανών, περί οικουμενικής ειρήνης και του αφελούς δόγματος «όπου περνούν εμπορεύματα δεν περνούν στρατοί».

Σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης παραγωγής και κατανάλωσης το ζήτημα είναι η διανομή και είναι φύσει πολιτικό και ως τέτοιο θα παράγει αενάως πολιτική σύγκρουση. Επομένως το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει ο οικονομικός ολοκληρωτισμός είναι να καταργήσει τον πόλεμο μεταξύ εθνών (αφού θα τα έχει εξαλλοιώσει) και να τον μετατρέψει σε εμφύλιο εσαεί. Εξέγερση λοιπόν! Ρεαλιστική με γρήγορο εκσυγρονισμό, χωρίς ψευτοδιλήμματα: Δύση ή Ανατολή, Φρίντμαν ή Κέυνς και κυρίως με ένα πολιτικό υποκείμενο που να σκέφτεται εθνικά.

 

Οκτ.
30

Του Γιάννη Ναστούλη

Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τα γεωπολιτικά φαινόμενα ως επακόλουθα της δράσης όχι των κυρίαρχων παραγόντων,αλλά όσων εκφεύγουν του οπτικού φάσματος των συνήθων μεθόδων ανάλυσης και ερμηνείας. Μιλούμε για τους groso modo απροσδιόριστους παράγοντες που, όμως, είναι υπαρκτοί και συλλειτουργούντες και οι οποίοι, μπορούν να γίνουν, σε βάθος χρόνου, κυρίαρχοι και προσδιοριστικοί της δράσης/συμπεριφοράς των γεωπολιτικών υποκειμένων.

Πρόκειται για δράση εκτός των κλασσικών πολιτικών χαρτών, έτσι που μια σύγχρονη θεωρία των πολιτικών δυνάμεων θα απαιτούσε ευαίσθητους αισθητήρες που να υπολογίζουν πέρα από τη δεσπόζουσα και την «απαλή δράση» σε όλο το εύρος του γεωγραφικού και κοινωνικού χώρου. Και εννοούμε στην ατομική δράση, στις συλλογικές μορφές ζωής στο σύνολό τους, στις περιθωριακές και «ατοπικές» ενέργειες.

Σε μια τέτοια προοπτική είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε μια πολυπρισματική θεώρηση των γεγονότων, μια πλουραλιστική μεθοδολογία η οποία θα ενσωματώνει ακόμη και «αντικανονικές»1 διαδικασίες, που η συνήθης επιστημονική πρακτική έχει εξοβελίσει για χάρη της αποτελεσματικότητας. Μιας αποτελεσματικότητας σχετικής, εφ’ όσον και οι πλέον επικυρωμένες θεωρίες ουδέποτε συμφωνούν με όλα τα γεγονότα του πεδίου εφαρμογής τους, πάντα υπάρχει ένα ποσοστό ασυνέπειας. Σ’ αυτήν ακριβώς την ενδιάμεση γνωσιολογική περιοχή, μεταξύ θεωρίας και επαλήθευσης, ενδημούν εξωφασματικά συμβάντα που κάτω από δεδομένες καταστάσεις διαθλώνται στον καταστατικό χώρο της επιστήμης.

Χρησιμοποιούμε τον όρο απροσδιόριστοι παράγοντες κατ’ ευφημισμόν, διότι, ενώ δεν διέπονται από αιτιοκρατικούς προσδιορισμούς, δεν μπορούν, ωστόσο, να θεωρηθούν και ως μη αιτιώδεις, εφ’ όσον πάντοτε ένα υπόστρωμα κρυμμένων μεταβλητών τις ελέγχει και τις προσδιορίζει. Μιλούμε μάλλον για μια πλοηγό απροσδιοριστία2 ενύπαρκτη στους κόλπους των γεωπολιτικών και όχι μόνο δομών, που στοχεύει στη μείωση της εντροπίας των δομών αυτών από την ασφυκτική λειτουργία του προσδιοριστικού μοντέλου

Με την έννοια αυτή, η ασυμβατότητα των αντικανονικών μεθόδων με τις μεγάλες θεωρίες (grand narratives) της γεωπολιτικής δε δηλώνει επιστημολογική εξέγερση και σε καμιά περίπτωση μεταφυσική ροπή, αλλά έναν λειτουργικό «καιροσκοπισμό», αφού η επίκληση επιστημολογικής καθαρότητας στο υπέρπερίπλοκο πεδίο των γεωπολιτικών φαινομένων είναι ευσεβής πόθος. Σε ένα τόσο ασύμμετρο και εντόνως ενδεχομενικό πλαίσιο η χρήση ad hoc υποθέσεων και προτύπων είναι αδήριτη ανάγκη. Σε μια τέτοια διαδικασία ο ερευνητής δεν επιτρέπεται να δεσμεύεται από καμιά ιδιαίτερη φιλοσοφία, ώστε ανάλογα με την περίπτωση να υιοθετεί οποιαδήποτε διαδικασία της ταιριάζει.3

Το ζήτημα πολυπλοκοποιείται ακόμη περισσότερο στο βαθμό που τα γεωπολιτικά γεγονότα δεν είναι γυμνά γεγονότα, εφ’ όσον ένα ολόκληρο σώμα ερμηνειών, αναλύσεων και κειμένων δημιουργούν ένα αδιάσπαστο συγκρότημα εντός του οποίου, γεωπολιτικοί δρώντες, επιστήμονες, δημοσιογραφούντες κ.λ.π αλληλεπιδρούν και συνδιαμορφώνουν το γεωπολιτικό συμβεβηκός, το οποίο νοείται πάντοτε και μόνο στο πλαίσιο των συμφραζομένων του ή αλλιώς σε ένα πολιτικό «περικείμενο», το οποίο περιλαμβάνει όλα όσα έχουν γραφεί γι αυτό. Έτσι αν, σύμφωνα με αυτά, εστιάσουμε στο λεγόμενο «μακεδονικό», θα δούμε ότι χαρτογραφείται όχι μόνο ως γεωγραφικό όν, αλλά και ως ιστορικό-πολιτισμικό-συνειδησιακό συμβαίνειν.4

Αυτή η συνδιαμόρφωση των γεωπολιτικών οντοτήτων γίνεται περισσότερο διαυγής, αν αποπειραθεί κανείς μια εννοιολόγηση του όρου γεωπολιτική. Σύμφωνα με αυτά είναι λανθασμένη η προσπάθεια ορισμένων να αποδώσουν την πρωτοκαθεδρία, ανάλογα με τη σκοπιά τους, σε έναν εκ των δύο συνθετικών που συναπαρτίζουν την έννοια αυτή. Η πρόταξη του γεωγραφικού-χωρικού παράγοντα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα γεωγραφικό ντετερμινισμό που ανιχνεύει σε κάθε ανθρώπινη δράση την καθοριστική επίδραση του γήινου ανάγλυφου. Όμως το γήινο ανάγλυφο δε βρίσκεται μόνο αντίκρυ στο υποκείμενο ως αυτόνομη οντολογική κατηγορία, αλλά ως γνωσιολογική σύλληψη του δρώντος υποκειμένου, ως συνειδησιακός όρος και βιωματική αντίστιξη. Από την άλλη η πολιτική έξω από το γεωγραφικό πλαίσιο της πόλεως ή της οιονεί πόλεως είναι αδιανόητη. Μεταξύ των δύο μεταβλητών της έννοιας αναπτύσσεται ένα είδος ισομορφισμού που μας εξαναγκάζει σε μια συγχρονική ματιά και διανοίγει το δρόμο σε έναν καταστατικό πολυδιαστατισμό ιδρυτικά, σε μια ανάγνωση των διεθνών πραγμάτων ως νεφελώματος, μάλλον, γεωπολιτικών/γεωπολιτισμικών σημείων παρά σε μια γνωσιολογική καθαρότητα θετικιστικής εμπνεύσεως.

Μια στέρεα ανάλυση πρέπει να συμπεριλάβει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν τον όρο βάθος από μεθοδολογική άποψη5, ο οποίος νοηματοδοτεί αφετηριακά το γεωπολιτικό/στρατηγικό γεγονός, με στόχο την αποφυγή μονοδιάστατων περιγραφών, την άρση της επιρροής των στατικών εικόνων και την υιοθέτηση μιας στρατηγικής της ιστορικής ροής. Η προσέγγιση, λοιπόν, πρέπει να είναι διπλής κατεύθυνσης δηλονότι μια ανάλυση φτωχή σε πολιτισμική-ιστορική εμβάθυνση παράγει φαινόμενα ασύνδετα μεταξύ τους, ενώ μια ανάλυση φτωχή σε γεωγραφική εμβάθυνση επιφέρει επιφανειακές γενικεύσεις, οι οποίες αδυνατούν να συνδυάσουν τη μίκρο και τη μάκρο ανάλυση.

Όσο μάλιστα αυξάνει η πολυπλοκότητα του εκάστοτε ερευνούμενου γεωπολιτικού υποσυστήματος, τόσο απαιτείται μια ομόστοιχη αύξηση της ιδιοπεριπλοκότητας του υποκειμένου/ερευνητή, μέσω της αύξησης του ρεπερτορίου δράσης του, τόσο ώστε να νομιμοποιείται η χρήση ακόμη και χαοτικών ή «αναρχικών» μοντέλων ερμηνείας, ανθεκτικών στη διείσδυση του γεωγραφικού στο πολιτικο-ιστορικό ή του χώρου στο χρόνο και αντιστρόφως. Την αλληλοδιείσδυση υποκειμένου έρευνας και αντικειμένου, «πραγματικού» γεγονότος και κειμενικού, όπως δείξαμε, σε μια αέναη διαδικασία ερμηνείας, διαρκώς, όμως διολισθαίνουσα προς τα όρια του φιλοσοφικού/επιστημολογικού στοχασμού.

Υποσημειώσεις

  1. Paul Fegeraband «Ενάντια στη μέθοδο», σελ. 88.  Ο P. F, αναφέρεται εδώ σε αντιεπαγωγικές μεθόδους.
  2. Γιώργου Βέλτσου «Οι απροσδιόριστοι παράγοντες», σελ. 164
  3. Paul Fegeraband ο.π, σελ. 48
  4. Κώστα Βέργου «Η Γεωπολιτική των Εθνών, σελ.229
  5. Αχμετ Νταβούτογλου «Το στρατηγικό Βάθος» σελ, 29
Οκτ.
30

Του Γιάννη Β. Κωβαίου*

 

[…]Προ πάντων σε συστήνω να κοιτάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί, με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
[…]Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 

Όταν ο Αλεξανδρινός δημοσίευε τον περίφημο για την πικρή δηκτικότητά του «Φιλέλληνα», ο Ελληνισμός έβλεπε το χάρτη με τα επίσημα σύνορά του στη Θεσσαλία. Είχε, μάλιστα, δοκιμάσει λίγα χρόνια νωρίτερα την πανωλεθρία του ’97 και βίωνε τα «απόνερα». Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1912. Χρονολογία σταθμός, αφού τον Οκτώβριο θα αρχίσει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, που μαζί με τον Β΄ θα αποφέρει τον επόμενο χρόνο ανέλπιστες κατακτήσεις –διπλασιασμό των εδαφών και του πληθυσμού– αλλά και μεγαλοϊδεατισμούς παρανοϊκούς αμέσως μετά, που θα εξαργυρωθούν με το βαρύτερο τίμημα όλων των εποχών…

Το μήνυμα του ποιητή υπενθυμίζει στους Έλληνες της μητρόπολης και της Διασποράς την αίγλη που περιέβαλλε σε αλλοτινούς αιώνες την πατρίδα και τον πολιτισμό της. Για να το πούμε σχηματικά, μέχρι την Άλωση οι πάντες –και κυρίως οι εξ ανατολών, «βάρβαροι» και μη– κολακεύονταν να αυτοαποκαλούνται «φιλέλληνες» και να επιδεικνύουν ίχνη έστω ελληνικότητας. Η περίπτωση των Καλάς στις πλαγιές του Ινδοκαύκασου είναι σήμερα η ολοζώντανη απόδειξη! Ακόμη, όμως, και η μετασχισματική «σνομπ» Ευρώπη εισήγε από την «πίσω πόρτα», μέσω αραβικών μεταφράσεων και άλλων διόδων, την αρχαιοελληνική γραμματεία και τέχνη, την οποία μετά την Άλωση ανήγαγε σε πρωταρχική τροφό για την Αναγέννησή της.

Από το 1830, ωστόσο, ήμαστε πλέον οι Ελλαδίτες (της γραμμής Σπερχειού – Αχελώου ή δυο πινέζες στο χάρτη βορειότερα) που αποδυθήκαμε σε αγώνα δρόμου, για να προφθάσουμε τους άλλους! Το «τραίνο» έτρεχε πια όχι απλώς ερήμην μας –ακολουθώντας και την εξωφρενική εκτροπή του κλειδούχου Fallmerayer– μα άπιαστο για εμάς, συρόμενο από δύο μηχανές, μία Αμερικανική και μία Γαλλική, και εφοδιασμένο πλουσιοπάροχα από δύο μοναδικούς στην Ιστορία του παγκόσμιου Πολιτισμού σταθμούς: Αναγέννηση και Διαφωτισμό.

*

Αυτό ήταν! Οι Νεοέλληνες των μετεπαναστατικών χρόνων, δεκαετιών και, εντέλει, αιώνα, οπότε ο Καβάφης νιώθει την ανάγκη να εκπέμψει το σαρκασμό του «Φιλέλληνα από τα Φράατα πέρα», επλήγησαν από ξ ε ν ο μ α ν ί α. Και, φυσικά, προσανατολισμένη αποκλειστικά προς δυσμάς σε βαθμό αγκυλώσεως. Μάλιστα, ακριβέστερα και γλαφυρότερα από ό,τι ο Ψαθάς κανείς εθνολόγος, λαογράφος ή κοινωνιολόγος δε θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το «σουσουδικό σύνδρομο». Άδικοι δε θα σταθούμε, και δη εκ του ασφαλούς δύο σχεδόν αιώνες μετά την Επανάσταση. Κατανοητή και συγγνωστή αντίδραση για κάθε λαό σε ανάλογες συγκυρίες, όπως μαρτυρούν, άλλωστε, τα τωρινά παραδείγματα γειτόνων μας (των Αλβανών, των Σλαβομακεδόνων και, κατ’ εξοχήν, των Κοσοβάρων), με τη δουλική πρόσδεσή τους στο «ρυμουλκό» των ΗΠΑ, ή αρκετών άλλων (του τέως υπαρκτού σταλινισμού), με την άνευ όρων παράδοσή τους στις αγκάλες του ΝΑΤΟ. Θα εκφράσουμε, όμως, την απογοήτευσή μας για το ελληνικό έθνος της αστείρευτης επί χιλιετίες παραγωγής πολιτισμικών αγαθών, που αδικεί τόσο κατάφωρα τον εαυτό του επιπίπτοντας άκριτα σε οτιδήποτε έχει ξενική προέλευση –από γυναικείες τσάντες, ποτά και τσιγάρα μέχρι λεκτικούς τύπους, γορτές και συμβούλους πρωθυπουργών.

Έτσι κι αλλιώς, άσχετα δηλαδή αν αναφερόμαστε στον ελληνικό ή σε οποιονδήποτε άλλον, κάθε πολιτισμός, πεπυρωμένος μάλιστα σε βαθύ καμίνι επί σειρά αιώνων, σφυρηλατείται από πολύ συγκεκριμένες δικές του ανάγκες, εγκοιτώνεται στους εκάστοτε προσφορότερους αύλακες, ώστε να γίνεται κατά το δυνατόν λειτουργικότερος, άρα διακρίνεται περίβλεπτα για τις ιδιαιτερότητές του. Ας μην πάμε μακριά: Δε χρειάζεται να επικαλεστούμε τους λόγους και τις συνθήκες που επέβαλαν τη διαφορετικότητα ενός igloo των Εσκιμώων και μιας καλύβας από μπαμπού των Βουσμάνων ή τις διατροφικές συνήθειες των μεν και των δε. Θα ήταν παιδαριώδες. Μπορούμε κάλλιστα να περιοριστούμε στον ελλαδικό και μόνο χώρο ενθυμούμενοι ότι στη Μυθολογία ήδη των Μινωιτών τιμώνται οι τρεις αδελφές Ελαΐς, Σπερμώ και Οινώ, που τα ονόματά τους συνδέθηκαν με τα τρία βασικά προϊόντα μας (λάδι, σιτάρι, κρασί) ή συνειδητοποιώντας γιατί στα ορεινά χωριά (π.χ. της Ηπείρου ή της Αρκαδίας) χτίζουν με σκούρα πέτρα, με επικλινείς στέγες και με αυλάκια στους πλακόστρωτους δρόμους τους, ενώ στα κυκλαδονήσια χρωματίζουν κατάλευκα τα πάντα και οι στέγες είναι επίπεδες, με μια υδροροή να οδηγεί το νεράκι του Θεού στη στέρνα. Για να μην ανοίξουμε τον κατάλογο των εντελώς εντόπιων διαφορών, όπως οι δύο «πολιτισμοί» της μικρής Καρπάθου, η διάλεκτος των Λευκών της Πάρου κ.ο.κ. Πώς μπορεί, επομένως, κάποια πολιτισμική κοινότητα να γίνεται ξενομανής; Και, αν είναι άτοπο κάτι τέτοιο για τους πάντες, δεν ακούγεται παράφρον για τους Έλληνες του Κυκλαδικού πολιτισμού και των επόμενων λαμπρών φάσεων με τις οικουμενικές διαστάσεις;

Η ανεξέλεγκτη ακριβώς μίμηση του ξενόφερτου από μερίδα του λαού μας σημαίνει, αυτονόητα, άγνοια του αντίστοιχου ελληνικού στοιχείου ή αγαθού. Αυτή, με τη σειρά της, οδηγεί σε a priori περιφρόνησή του, άρα σε έλλειψη εθνικής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, που μαθηματικά συνεπάγεται δουλοπρέπεια. Αρκετά, όμως, δεν την έχουμε πληρώσει τη στάση αυτή, για να ερωτοτροπούμε ακόμη μαζί της; Πρώτα – πρώτα, ενθαρρύνουμε, έτσι, τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, που κατά τον πρόεδρο της «Διεθνούς Ένωσης για τα δικαιώματα και την απελευθέρωση των λαών» Lelio Basso «διεισδύει από τα υπόγεια μονοπάτια του υποσυνείδητου και τροποποιεί αργά, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, τη συνείδηση του θύματος, ατόμου ή λαού». Εύγλωττο παράδειγμα του ιδίου η γαλλοποίηση της κουλτούρας των λαών του Μαγκρέμπ. Δηλαδή, αβασάνιστα γιγαντώνουμε και εμείς τον «οδοστρωτήρα» που ισοπεδώνει πολιτιστικές ταυτότητες και μετατρέπει τα πολύχρωμα ψηφιδωτά σε ομοιόμορφη άσφαλτο!

Εξάλλου, εισάγοντας παθητικά Άγιους Βαλεντίνους, happy birthday, χολιγουντιανές υπερπαραγωγές και τεκίλα με ζωντανό σκουλήκι μετατρεπόμαστε σε «μπρούκληδες» στον τόπο μας, δηλαδή σε καταναλωτές κουλτούρας και όχι παραγωγούς, όπως στο παρελθόν, έθος που μας καταδικάζει σε αντιπαραγωγικό, γενικότερα, ήθος. Και, βέβαια, μιλώντας για «μπρούκληδες» δεν εννοούμε, προς Θεού, τη μεγάλη πλειονότητα της απανταχού Ομογένειας, η οποία πονάει στην ξενιτιά και αγωνίζεται να διατηρεί κατά το δυνατόν αλώβητες τις παραδόσεις. Εννοούμε τους εκφραστές του πιθηκισμού και της επιδειξιομανίας, όπως ανάγλυφα αποτυπώθηκαν με τις «θείες» και τους «μπίσνεσμαν» σε ταινίες της δεκαετίας του ’60.

Παράπλευρες απώλειες της ξενομανίας μας η διαρροή πολύτιμου συναλλάγματος για τις σπάταλες εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών, η μείωση θέσεων εργασίας στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας μας και συνάμα η διόγκωση επί ενάμιση αιώνα του παρασιτισμού και της διαφθοράς στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η φυγή προς το εξωτερικό ανθρώπινου δυναμικού, κατ’ αρχάς φοιτητών αλλά και συνήθως των ικανότερων επιστημόνων, καλλιτεχνών ή επιχειρηματιών μας, που αγνοούνται στον τόπο τους με βάση την ίδια αυτή μίζερη νοοτροπία (του «σιγά που θα δώσουμε αξία στο γιο της γειτόνισσας σε σχέση με έναν ξένο»).

Αυτά και άλλα παρεμφερή συμπτώματα ή συνέπειες της «μανίας» για το ξενόφερτο, δε μοιάζουν άμοιρα ευθυνών, σε μια μακροσκοπική εξέταση, και για την κατά καιρούς εξωτερική πολιτική ενδοτισμού, παραχωρήσεων και γραικυλισμού των περισσότερων κυβερνήσεων, λοιπών φορέων εξουσίας, προπάντων όμως διαμορφωτών κουλτούρας στην Ελλάδα. Δίνουμε, δηλαδή, προς τα έξω την εντύπωση ως έθνος –ηγεσία και πολίτες– ότι η Ελλάδα του 21ου αιώνα απέμεινε απλός κληρονόμος της βαριάς παρακαταθήκης που παρέλαβε. Ότι δεν έχει ούτε δυνάμεις ούτε καν διάθεση όχι μόνο να αυξήσει, μα έστω και να συντηρήσει όλο αυτόν τον πλούτο! Και, αν ενίοτε δείχνει να παίζει ένα ρόλο διαχειριστή της περιουσίας, απλώς της προσδίδει φολκλόρ χαρακτήρα για τουριστική εκμετάλλευση, δεν επενδύει στην πραγματική αξία της, αφού δεν την εκτιμά απευθείας, αλλά μέσω του (ανεξήγητου!) θαυμασμού τόσων ακόμη «Κουτόφραγκων»: «Αυτούνες εκεί πάνω οι παλιόπετρες» φέρνουν καθημερινά τόσους επισκέπτες στο χωριό, οπότε γιατί να μην τους πουλάμε αγαλματάκια για σουβενίρ και μαζί όσπρια Ινδίας για ντόπια;

*

Ξενομανείς, λοιπόν, τουλάχιστον ως την έκρηξη της παρούσας οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, πλείστοι συμπατριώτες μας. Από την άλλη, δεν είναι πια ευκαταφρόνητος ο αριθμός –κι αν όχι τόσο ο αριθμός καθεαυτόν όσο η δυναμική τους χάρη στα πάμπολλα τηλεοπτικά, διαδικτυακά, εκδοτικά και άλλα προπαγανδιστικά μέσα που διαθέτουν– και εκείνων των Νεοελλήνων που στέκουν στη φαινομενικά αντίπερα όχθη: Στην π ρ ο γ ο ν ο π λ η ξ ί α. Λέμε «φαινομενικά», πιστεύοντας ότι θα αποδείξουμε πως και σ’ αυτή την περίπτωση τα δύο άκρα συναντώνται. Οι επιπτώσεις ξενομανίας και προγονοπληξίας για την πολιτισμική μας πορεία στην Ευρώπη και στον κόσμο είναι, εντέλει, κοινές και άκρως επιζήμιες. Εξ ορισμού, πρόκειται και εδώ –όπως και στη «μανία» προηγουμένως– για «νόσο», για «τραυματισμό», σαν τη θερμοπληξία ή την ηλεκτροπληξία. Δεν αναφερόμαστε, επομένως, σε πατριωτισμό, σε φιλοπατρία ή κάτι ανάλογο και αυτά μόνο εκ του πονηρού, για σπέκουλα ή προβοκάτσια, μπορεί να τα συγχέει κάποιος.

Έτσι, θα εισαγάγουμε την προσέγγισή μας και στην αβελτηρία των προγονόπληκτων με επιχειρηματολογία παρόμοια προς εκείνη για τους ξενομανείς Έλληνες: Τόσο πλούσια η κληρονομιά μας, αλλά δεν είναι υποτιμητικό απλώς να την… καμαρώνουμε; Είναι κολακευτικό να την εκμεταλλευόμαστε ή έστω να την αξιοποιούμε ευλαβικά, χωρίς ωστόσο να δημιουργούμε και εμείς σήμερα; Μια τέτοια στάση δεν υποδηλώνει –απαράλλαχτα όπως στην ξενομανία– έλλειψη αυτοπεποίθησης για την τωρινή αξία μας και εξωθεί σε στείρα, τελικά, αντιπαράθεση με το εποικοδομητικό σύγχρονο ή με το ευπρεπές και χρήσιμο ξένο πολιτισμικό αγαθό; Και δεν καταντάει γράμμα κενό τις όποιες ισχυρές αξίες του παρελθόντος μας, που τους πρέπει ουσιαστικός σεβασμός και όχι πομφόλυγες ή «παπαγαλία»; Ας προσέξουμε πώς αντιλαμβάνονται κάτι τέτοιοι (ακραίοι σε ιδέες και εκδηλώσεις μα και ιεροφάντες του «κιτς») τη Δημοκρατία, το Μέτρον, το Κάλλος, το Ολυμπιακό Πνεύμα κ.τ.ό. Μα είναι και αλλού ανακόλουθοι. Αφού θαυμάζουν σε βαθμό λατρείας τους προγόνους, γιατί δεν τους μιμούνται; Μόνο προγονόπληκτοι δεν ήταν οι κορυφαίοι Έλληνες όλων των εποχών, γι’ αυτό αμφισβητούσαν και ερευνούσαν εξαντλητικά, γι’ αυτό άνοιγαν δρόμους, γι’ αυτό πέτυχαν τα θαύματα σε κάθε πεδίο του ανθρώπινου επιστητού και σε κάθε έκφανση του ωραίου!

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, μάλιστα, ότι αυτές τις κενές περιεχομένου κορώνες περί «αρχαίων ημών προγόνων», «εθνικής παλιγγενεσίας» κ.τ.ό. τις έχουν καταχραστεί με τον πιο ανευλαβή τρόπο οι εκάστοτε δικτάτορες του τόπου που γέννησε τη Δημοκρατία και τα άλλα υψηλά ιδεώδη! Ιδιαίτερα οι πραξικοπηματίες του ’67 στερέωσαν το ανόσιο οικοδόμημά τους πάνω στο έκτρωμα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», με έμβλημα τον αναγεννώμενο από τις στάχτες μυθικό φοίνικα και εμετικές φιέστες στο Καλλιμάρμαρο για την «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων», για τα 150 χρόνια από την Εθνεγερσία κ.λπ. σπιλώνοντας και καταρρακώνοντάς τα στις συνειδήσεις κυρίως της νέας γενιάς.

Για αυτούς που κόπτονται να οδηγούν την Ελλάδα προς το μέλλον έχοντας, όμως, στραμμένες τις πλάτες τους σ’ αυτό, γεννάται ένα τεράστιο ερώτημα: Άραγε, σε βαθιά γνώση όλων των ιστορικών στιγμών μας, όλων των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτές και όλων ανεξαιρέτως των εθίμων του απλού λαού μας στηρίζεται η ειδωλοποίηση αυτή των προγόνων; Ή μήπως σε βαθιά άγνοια; Αν ισχύει το δεύτερο, μικρό το κακό: Εξαντλούν την προγονολατρία τους σε συνθήματα και ρητορικές εξάρσεις, βαυκαλιζόμενοι βέβαια ότι προσφέρουν και υπηρεσίες στο έθνος. Εν ολίγοις, κινούνται στα όρια του γραφικού.

Αν, όμως, αυτή η στάση πηγάζει από επαρκή γνώση, τα πράγματα παίρνουν μια άγρια τροπή. Γιατί πώς τολμούν να προσπερνούν ανήκουστες βαρβαρότητες, φρικαλέες δολοπλοκίες, εμφύλια μίση και διχασμούς, προδοσίες ή έστω τραγικά λάθη στο πολιτικό και στρατιωτικό γίγνεσθαι καθώς και πρωτόγονα, ανθρωποκτόνα ή ξεδιάντροπα έθιμα και παραδόσεις στην καθημερινότητα του λαού μας; Δεν ισχυριζόμαστε ότι αυτές οι μελανές σελίδες του Ελληνισμού υπερτερούν αριθμητικά ή και ποιοτικά έναντι των χρυσών. Κάθε άλλο. Υπάρχουν, πάντως, και θα ήταν αφύσικο να μην υπάρχουν σε έναν ζωντανό επί 4500 χρόνια οργανισμό!

Το ερώτημα, λοιπόν, επανέρχεται οξύ: Πώς τολμούν οι κολλημένοι στο παρελθόν να στρουθοκαμηλίζουν σε όλα αυτά και, στο κάτω-κάτω, με ποια λογική φιλοδοξούν να γίνουν πιστευτοί; Δεν καταλαβαίνουν ότι αφοπλίζουν την ίδια την υμνολογία τους προς τους προγόνους, άρα τους στερούν και το δίκαιο μερίδιο δόξας και τιμής, όταν συλλήβδην τούς παρουσιάζουν σαν τον «Ηρακλή» και τη «Ζίνα» του Χόλιγουντ, άτρωτους, άσπιλους, πανέξυπνους, δηλαδή… εξωγήινους; Ποιο Ελληνόπουλο μετά την προεφηβεία θα θαμπωθεί από το «μεγαλείο» του Οδυσσέα, όταν μελετήσει επισταμένως όλες τις κινήσεις του, ας πούμε τη σκαιότητά του προς την παρρησία του Θερσίτη; Και ποιος Έλληνας θα μυθοποιήσει τον Θεμιστοκλή, τον Τσιμισκή, τον Καντακουζηνό, τον Κολοκοτρώνη, τον Ανδρούτσο, τους Μαυρομιχαλαίους, τον Βενιζέλο, τον ίδιο τον Μεγαλέξανδρο ή τον Ιουστινιανό, κάποτε και «Αγίους» της Εκκλησίας, αν έχει στοιχειωδώς εγκύψει στην πολιτεία τους; Και ας μην επεκταθούμε σε αμφιλεγόμενες ή δεδομένα απαξιωμένες προσωπικότητες. Το ίδιο ισχύει και για τα «σαπρόφυτα» της λαϊκής μας παράδοσης. Με ποιο δικαίωμα θα μου προβάλει ένας προγονόπληκτος τη «χάρη», τη «γραφικότητα» και την «ανθρωπιά» εθίμων, όπως οι «βομβαρδισμοί» της Ανάστασης, που κάθε χρόνο αφήνουν νεκρούς και ανάπηρους, στην πιο γλυκιά ώρα της Ελληνορθόδοξης διαδρομής μας, ή οι μπαλωθιές με θύματα κάποιους που κάτι… γιόρταζαν; Είναι το ίδιο που θα πω και στον μουσουλμάνο οπαδό του λιθοβολισμού γυναικών και στον Ισπανό λάτρη των ταυρομαχιών και σε πολλούς αντίστοιχους από άλλες κουλτούρες.

Με όσα περιγράφουμε και ισχυριζόμαστε για τη μάστιγα της προγονοπληξίας, διαφαίνεται ότι και εξαιτίας της, όπως ακριβώς και με την ξενομανία, η εικόνα που εκπέμπουμε προς τα έξω ως Νεοέλληνες είναι αυτή των ανάξιων κληρονόμων. Όσο συνεχίζουμε να «εκβιάζουμε» την εκτίμηση των άλλων επιδεικνύοντας απλώς την ταυτότητα «Απόγονοι» και όχι «Έλληνες με παρελθόν, παρόν και μέλλον», θα θυμίζουμε τον «άσωτο υιό» της παραβολής, που κατασπατάλησε από την πατρική περιουσία το μερίδιό του και μετά τρεφόταν με χαρούπια. Και τα πολιτιστικά εξαμβλώματα, είτε που εισάγουμε λόγω ξενομανίας είτε που νιώθουμε «υποχρέωση» να διατηρήσουμε λόγω προγονοπληξίας, δεν έχουν συνήθως μεγαλύτερη αξία από τα χαρούπια…

Αντίθετα, –και εδώ καταγράφεται ένα οξύμωρο πέραν κάθε λογικής–  πολλοί ξένοι Φιλέλληνες (όχι σαν του Καβάφη, αλλά αυθεντικοί και βαρυσήμαντοι, όπως η Jacqueline de Romilly και πολλοί άλλοι σε απίθανες γωνιές του πλανήτη, σε πανεπιστήμια της Ν. Κορέας ή ερευνητικά κέντρα της Ρωσίας!) κρατούν σήμερα τη σκυτάλη και αγωνίζονται για την αναστήλωση της δικής μας αξιοπρέπειας! Αντιγράφω από το πλούσιο ιστολόγιο «Ιδιωτική Οδός» την προκλητική διαπίστωση του συντάκτη, την οποία προσυπογράφω: «Θα πω κάτι τολμηρό, αλλά αληθινό. Φαίνεται πως οι συνεχιστές του πολιτισμού μας είναι οι σύγχρονοι φιλέλληνες όπου γης». Και όντως, η μελέτη, ο σεβασμός και η προβολή της ελληνικής κουλτούρας –και μάλιστα όλων πια των περιόδων και όχι μόνο της αρχαιότητας– εκμέρους τόσων ξένων εκδηλώνονται στις μέρες μας πολύ πιο σοβαρά και ουσιαστικά, από ό,τι υποτίθεται πως κάνουν οι ημέτεροι προγονόπληκτοι.

*

Ο «φιλέλλην» Ασιάτης του ποιήματος επικαλούνταν τους σοφιστές από τη Συρία, τους στιχοπλόκους και «άλλους ματαιόσπουδους» που τους επισκέπτονταν κατά καιρούς, για να συμπεράνει: «Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ». Οι δύο αντίρροπες –κατά τα φαινόμενα, όπως νομίζουμε ότι δείξαμε– στάσεις σημερινών συμπατριωτών μας απέναντι στην εθνική μας ταυτότητα και στην πολιτισμική πορεία που οφείλουμε να ακολουθήσουμε συγκλίνουν, εντέλει, στο ίδιο άγονο και θλιβερό αποτέλεσμα: Να αποδεικνύουμε, θαρρώ, ότι ε ί μ α σ τ ε  α ν ε λ λ ή ν ι σ τ ο ι ! Κι αυτό, είτε γιατί αλληθωρίζουμε αναίτια σε οτιδήποτε ξενόφερτο μας πλασάρει το μάρκετινγκ, χωρίς να εξασκούμε τις ικανότητές μας και με την ανταγωνιστικότητά μας σήμερα κάτω κι από της Ρουάντα, είτε γιατί, από υπερβάλλοντα «πατριωτισμό», διαλαλούμε την καρικατούρα και όχι την αληθινή αξία του αλλοτινού μεγαλείου μας, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να εξελιχθούμε κι εμείς οι απόγονοι σε «πολλώ κάρρονες» των διαιώνιων ινδαλμάτων μας. Αντί, λοιπόν, να αποθησαυρίζουμε ό,τι εκλεκτό απορρέει ακόμη από την παράδοσή μας και να εσοδεύουμε ό,τι αξιόλογο μας προσφέρεται από άλλους πολιτισμούς, «κατορθώνουμε» το ακριβώς αντίθετο: Να υιοθετούμε κατά κανόνα τη «σαβούρα» και των ξένων και των προγόνων μας! Μήπως να στήναμε ένα ξόανο με την επιγραφή «Ημιέλλην»; Ας πούμε, στους Αέρηδες;

 

_________

*Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Οκτ.
30

Του Αρσένιου Μέσκου

Εκεί που θεωρούσαμε ότι είμαστε μια προνομιούχα γενιά, μια γενιά που δεν θα δει πόλεμο, πρώτη στην ιστορία του τόπου μας, μας προέκυψε η κρίση. Ένας ιδιότυπος πόλεμος στον οποίο όμως, και ευτυχώς, δεν πεθαίνει κανείς. Πλην όμως οι συνέπειες και οι αλλαγές που επιφέρει η κρίση μόνο με αυτές ενός πολέμου μπορούν να συγκριθούν. Όπως λοιπόν και ο πόλεμος έτσι και η παρούσα κρίση θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην κοινωνία μας. Με αυτήν την έννοια είναι μια τεράστια ευκαιρία για όλους εμάς που αυτήν την στιγμή παρακολουθούμε με ανησυχία, οργή και φόβο τα τεκταινόμενα.

Για να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία πρέπει, μεταξύ ενδεχομένως και αρκετών άλλων, να μπορέσουμε να αναδιφήσουμε στις αιτίες της κρίσης έτσι ώστε να επιφέρουμε τις αναγκαίες διορθωτικές αλλαγές. Σε αυτό όλοι συμφωνούν και διαρκώς γράφονται άρθρα και άλλα κείμενα στα οποία συζητούνται οι αιτίες της κρίσης. Λέγονται πολλά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και μπορεί κανείς να διακρίνει μια σημαντική σύμπτωση απόψεων. Πλην όμως μια πιο προσεκτική ματιά φανερώνει ότι η σύμπτωση περιορίζεται στην περιγραφή του φαινομένου και όχι σε μια ουσιαστική αιτιολόγησή του.

Όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μιλούν για την προβληματική συγκρότηση του ελληνικού κράτους, για τις πελατειακές σχέσεις, για την μειωμένη παραγωγικότητα, για την υποβαθμισμένη παιδεία, για τον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε τάξεις που δεν διστάζουν να κανιβαλίσουν η μία την άλλη, για το βόλεμα, τον νεοπλουτισμό, την απάτη και τις εύκολες λύσεις, την φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι όσοι μιλούν για τα θέματα αυτά, μιλούν σαν να αναφέρονται στις αιτίες της κρίσης, στις αιτίες που οδήγησαν την χώρα μας να γίνει ο αδύνατος κρίκος της ευρωζώνης και στην καταβαράθρωση των οικονομικών προοπτικών μας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι αιτίες αλλά περιγραφές. Το να μιλούμε π.χ. για τις πελατειακές σχέσεις ως μια από τις αιτίες της κρίσης, δεν συνεπάγεται ότι κατανοούμε την αιτία της κρίσης, απλά μεταθέτουμε το πρόβλημα κατά ένα επίπεδο. Θα έχουμε μπει στην ουσία του θέματος αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες και ενδεχομένως ιστορικά αρχαιότερες αιτίες ένεκα των οποίων οι πελατειακές σχέσεις είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα προαναφερθέντα, που λογίζονται ως αιτίες της κρίσης. Θα φθάσουμε στα αίτια μόνο αν μπορέσουμε να φέρουμε στο φως τις αφετηρίες των γεγονότων που εντέλει καθιστούν όλα αυτά, κυρίαρχα χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.

Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η εξήγηση του ότι, όπως λέει η παροιμία, μικρός ήμουν και γέρασα και συνέχεια ακούω για τα ίδια πράγματα, βρίσκεται η εξήγηση γιατί όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις μας υπόσχονται ότι θα διορθώσουν αυτά τα οποία τώρα μας αναγκάζουν να διορθώσουμε οι ξένοι, και όλοι οι πρωθυπουργοί τα εξήγγειλαν πολλές φορές κατά την θητεία τους, και όμως αντ΄ αυτού πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο. Το να ονοματίζεις τα πράγματα είναι καλό για να τα εξορκίσεις, αλλά δεν βοηθά από μόνο του στο να λυθούν τα προβλήματα.

Το ερώτημα λοιπόν που θέλω να θέσω είναι για ποιον λόγο η κοινωνία μας έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μάλιστα διαχρονικά, από την απαρχή του ελληνικού κράτους. Μια απάντηση που λέγεται εύκολα και με ποικίλους τρόπους είναι ότι οι Έλληνες έτσι είμαστε. Ή το ισοδύναμο, αυτή είναι η ελληνική κοινωνία. Και πράγματι όσον αφορά την περιγραφή έτσι είμαστε οι Έλληνες και η κοινωνία μας. Γιατί άραγε; Μήπως φταίνε τα γονίδιά μας; Πολλά λέγονται ωσάν πράγματι να φταίνε τα γονίδιά μας, ωσάν αυτό που συμβαίνει να έχει νομοτελειακό χαρακτήρα.

Βέβαια δεν θα κουρασθώ για να αποδείξω ότι δεν φταίνε τα γονίδιά μας, το κάνουν άλλοι που ερευνούν την σχέση των γονιδίων με την συμπεριφορά και μας λένε ότι δεν υπάρχει δεσμευτική εξάρτηση της συμπεριφοράς μας από τα γονίδιά μας. Κάνω όμως και μια άλλη απλή σκέψη που μου λέει ότι δεν φταίνε τα ελληνικά γονίδια. Παρατηρώ δηλαδή ότι και σε άλλους λαούς και άλλες κοινωνίες που, χωρίς αμφιβολία, δεν έχουν ελληνικά γονίδια, εμφανίζονται τα ίδια φαινόμενα και τα ίδια προβλήματα. Σύμφωνοι λοιπόν, δεν είναι τα γονίδια, αλλά τότε τι είναι; Γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως μια εξήγηση, πρέπει να προχωρήσει η σκέψη και ο προβληματισμός μας ένα βήμα παραπέρα.

Νομίζω ότι υπάρχει ένα εργαλείο το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να διερευνήσουμε εις βάθος τα αίτια της κρίσης. Αν δεν μπορούμε να τα αναζητήσουμε στο επίπεδο της βιολογίας είναι εύλογο να τα αναζητήσουμε στον χώρο του πολιτισμού. Στην κατεύθυνση αυτή νομίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του μιμιδίου, μια έννοια που εισήχθη από τον εξελικτικό βιολόγο Richard Dawkins, κατά αναλογία της εννοίας του γονιδίου στο πολύ γνωστό βιβλίο του Το εγωιστικό Γονίδιο[1]. Το μιμίδιο χρησιμεύει ως εργαλείο περιγραφής και εξήγησης του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται ο πολιτισμός και οι ιδέες[2].

Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το σχήμα, υπάρχουν συμπαγείς ομάδες πληροφοριών, ιδέες, αντιλήψεις, πιστεύω, προλήψεις και ότι άλλο συνθέτει τον ανθρώπινο πολιτισμό, οι οποίες έχουν δική τους ανεξάρτητη ζωή και οι οποίες “αγωνίζονται” για να αναπαραχθούν, να επιβιώσουν και να κυριαρχήσουν στους ανθρώπινους πολιτισμούς. Τα μιμίδια διαδίδονται μέσω του λόγου στον νου των ανθρώπων και επηρεάζουν άμεσα την συμπεριφορά τους. Η ιδέα αυτή είναι ιδιαίτερα γοητευτική και συνιστά ένα ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο για πολλά κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα, και για τον λόγο αυτό έχει ενθέρμους υποστηρικτές στην επιστημονική κοινότητα. Αντανακλώντας μια γενικότερη τάση να επεκτείνεται η χρήση στοιχείων  της εξελικτικής βιολογίας σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, και τα μιμίδια εφοδιάζονται με εξελικτικά χαρακτηριστικά προκαλώντας βέβαια και αντίστοιχες επιστημονικές διαμάχες και εντάσσεις.

Αν και δεν είναι εύκολο να έχει κανείς σαφή άποψη και θέση για τις διαμάχες αυτές, ωστόσο μπορεί να κρατήσει αυτήν καθεαυτή την έννοια του μιμιδίου, όχι αναγκαστικά με τον οντολογικό χαρακτήρα της αλλά με τον ερμηνευτικό περιγραφικό χαρακτήρα, την ιδέα δηλαδή ότι συγκεκριμένα δομημένα πολιτιστικά στοιχεία κυκλοφορούν στο νου μας και μας επηρεάζουν στην καθημερινότητά μας με τρόπο όχι άμεσα αισθητό. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι βεβαίως και τα γονίδια των ελλήνων δεν σχετίζονται με την σύγχρονη κρίση, και επίσης μπορούμε να πούμε ότι, βεβαίως, τα μιμίδια των ελλήνων σχετίζονται άμεσα, αν δεν ευθύνονται απολύτως για την κρίση.

Ποια όμως είναι αυτά τα μιμίδια των Ελλήνων τα οποία ευθύνονται για την κρίση; Αυτά είναι στοιχεία της πολιτιστικής μας παράδοσης τα οποία κυκλοφορούν μέσα μας και καθορίζουν τις συμπεριφορές μας, τις συμπεριφορές που όλοι αναγνωρίζουν ως αιτίες της κρίσης. Θα έχουμε λοιπόν φθάσει στην πηγή των προβλημάτων μας όταν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τα μιμίδια αυτά, και θα έχουμε σοβαρές πιθανότητες ξεπεράσματος της κρίσης όταν θα μπορέσουμε να τα “απενεργοποιήσουμε” με τις κατάλληλες διαδικασίες και μεθόδους. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η “ανακάλυψη” και “εξουδετέρωση” των εν λόγω μιμιδίων αποτελεί όρο ζωής της κοινωνίας και της πατρίδας μας.

Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι αναζητούμε μιμίδια τα οποία μας έρχονται από το μακρινό παρελθόν γιατί είναι ευκολοδιάκριτο το γεγονός ότι οι απαρχές της κρίσης είναι τόσο παλιές όσο και το ελληνικό κράτος. Εφόσον τα μιμίδια δρουν ήδη από τις απαρχές του κράτους μας, αυτό συνεπάγεται ότι αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν στον ελληνικό πληθυσμό πολύ πριν ιδρυθεί αυτό και επομένως τουλάχιστον κάποια από τα μιμίδια τα ένοχα για την κρίση προέρχονται από ελληνική μεσαιωνική παράδοση. Όπως κάθε άλλη πολιτιστική παράδοση έτσι και αυτή αποτελείται από ένα σύνολο μιμιδίων.

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας επιτρέπει να καταλάβουμε το γεγονός ότι στοιχεία της παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν ανεξάρτητα και έξω από αυτήν. Με άλλα λόγια αντιλήψεις, απόψεις και ιδέες που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια μιας παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν και έξω από αυτή, ακόμα και όταν αυτή σαν συγκροτημένο σύνολο έχει πάψει να υπάρχει. Θα έλεγε κανείς ότι τότε ακριβώς είναι πιο ενεργά γιατί τότε δεν γίνονται αντιληπτά και με αυτήν την έννοια γίνονται και πλέον επικίνδυνα. Και αυτό γιατί αν ένα σύνολο ιδεών, ένα δηλαδή μιμίδιο, μεταδοθεί και φθάσει μέχρις εμάς, έξω και ανεξάρτητα από το πλαίσιο το οποίο το γέννησε, τότε μπορεί να συνιστά δηλητήριο το οποίο πρέπει να εξουδετερωθεί άμεσα.

Χρησιμοποιώντας την έννοια του μιμιδίου ως ερμηνευτικό και περιγραφικό εργαλείο μας δίνεται η δυνατότητα να εστιάσουμε σε συγκεκριμένα στοιχεία του πολιτιστικού παρελθόντος μας και να τα κρίνουμε  και ενδεχομένως να τα απορρίψουμε, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να κρίνουμε και να απορρίψουμε συνολικά το πολιτιστικό παρελθόν μας που τρόπον τινά συγκροτεί την ταυτότητά μας. Με άλλα λόγια μπορούμε να εργασθούμε για την εξυγίανση και εκσυγχρονισμό της ταυτότητάς μας, χωρίς να χρειάζεται να απαρνηθούμε συνολικά το παρελθόν μας, κάτι που θα ήταν άδικο και ατελέσφορο.

Σήμερα η ελληνική μεσαιωνική παράδοση σαν ενεργό συστατικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, όμως συστατικά της μιμίδια μπορούν κάλλιστα να επιβιώνουν και να προσδιορίζουν την σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και, καθώς συνιστούν πολιτιστικά στοιχεία ενός παρελθόντος που είναι ασύμβατο με το σύγχρονο παρόν, να δρουν ως ιοί, ως μικρόβια που αρρωσταίνουν την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει μια τάση η οποία μας αποτρέπει από το να ανιχνεύουμε αυτά τα κατάλοιπα του παρελθόντος τα οποία δηλητηριάζουν το παρόν. Και αυτό γιατί καταφεύγουμε στο ένδοξο παρελθόν προκειμένου να αντισταθμίσουμε τις αποτυχίες του παρόντος. Έτσι είμαστε μια κοινωνία που έχει ελάχιστη διάθεση να δει κριτικά το παρελθόν το οποίο σε όλες τις εκδοχές του ιεροποιείται και καθαγιάζεται. Αυτό συνιστά καθοριστικό εμπόδιο στο να αναζητήσουμε, να βρούμε και να απενεργοποιήσουμε τα μιμίδια τα οποία μας δηλητηριάζουν. Έτσι εξηγείται γιατί η αναζήτηση των αιτίων της κρίσης σταματά πολύ κοντά στην επιφάνεια, και αποφεύγει τα οδυνηρά ζητήματα που μας θέτει το παρελθόν.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση πρέπει να υπάρχουν πολλά μιμίδια τα οποία να συνιστούν τις ρίζες της σύγχρονης κρίσης. Πραγματικά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο το να θελήσει κανείς να τα αναζητήσει, να τα αναδείξει και να προτείνει τρόπους απενεργοποίησής τους. Είναι ένα έργο το οποίο απαιτεί συστηματική και εκτεταμένη μελέτη της πολιτιστικής μας παράδοσης. Εκ προοιμίου μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι πολλά τέτοια μιμίδια κρύβονται στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση και διδασκαλία, μια και αυτή αποτελεί ένα από τους κυριότερους, αν όχι ο κυριότερος, πυλώνας της ελληνικής πολιτιστικής μεσαιωνικής παράδοσης.

Στην συνέχεια θα εξετάσω ένα τέτοιο μιμίδιο και θα συζητήσω τους τρόπους με τους οποίους δηλητηριάζει το παρόν μας και με ποιες διαδικασίες ευθύνεται για συγκεκριμένα προβλήματα της κοινωνίας μας. Συγκεκριμένα θα συζητήσω τον κεντρικό πυρήνα της Ορθοδοξίας, όπως αυτός διαμορφώθηκε στο μεσαιωνικό ελληνικό παρελθόν. Και αυτός δεν είναι άλλος από την αντίληψη ότι η εκκλησία της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι αυτή και μόνο αυτή που έχει την ορθή δόξα περί της θεότητας, η ιδέα ότι αυτή γνωρίζει την μοναδική αλήθεια για τον Θεό. Πρόκειται για ένα μιμίδιο που υποβάλει στο υποκείμενο που το φέρει την ιδέα ότι μπορεί αυτός να γνωρίζει την Αλήθεια με ένα μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε όλοι οι άλλοι να κάνουν λάθος, και ας το ονομάσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Προφανώς όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί και όλες οι παραδόσεις έχουν τέτοιες τάσεις, όμως στην Ορθόδοξη παράδοση αυτή η πίστη συνιστά την ίδια την ουσία της και είναι κατοχυρωμένη με διάφορους θεολογικούς τρόπους. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδο είχαν αυτόν τον στόχο.

Πρέπει να επισημανθεί και να τονισθεί ότι στις μέρες πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι θα ήθελαν να αρνηθούν το γεγονός ότι αυτό το μιμίδιο συνιστά την ουσία της πίστης τους. Βέβαια αν κανείς εξετάσει τα πράγματα εκ του σύνεγγυς δεν θα δυσκολευθεί να διαπιστώσει την προσχηματικότητα αυτής της άρνησης, όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Και αυτό γιατί οι εν λόγω αντιλήψεις επηρεάζουν ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού και δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία το τι πρεσβεύουν σήμερα οι θεολόγοι.  Αντιθέτως δεν νομίζω ότι θα τολμούσε κανείς να διαφωνήσει στο ότι κατά τον μεσαίωνα και την περίοδο της τουρκοκρατίας το μιμίδιο αυτό συνιστούσε τον πυρήνα της Ορθοδοξίας και επομένως ήταν κεντρικό συστατικό της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης. Τότε όμως τις αντιλήψεις αυτές τις ασπαζόταν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού και επομένως το μιμίδιο αυτό κυριαρχούσε στον ελληνικό πληθυσμό και βέβαια έκανες ότι μπορούσε για να επιβιώσει…

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας απαλλάσσει από την ανάγκη να συζητήσουμε την ουσία του θέματος, αν πράγματι μπορεί μια τέτοια αντίληψη να ευσταθεί ή όχι. Αυτή η συζήτηση έχει ενδιαφέρον μόνο για όσους τα θεολογικά ερωτήματα είναι κρίσιμα ερωτήματα. Άσχετα λοιπόν από το υπόλοιπο θεολογικό πλαίσιο το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας είναι αρκετά ευδιάκριτο ότι επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Πράγματι η ιδέα ότι αυτός ξέρει την μόνη αλήθεια …για όλα, είναι ένα ευδιάκριτο στοιχείο της συμπεριφοράς του σύγχρονου έλληνα, ιδέα που εκβάλει φυσιολογικά στην ιδέα της μοναδικότητας, το ότι δηλαδή ο καθένας μας είναι ο μόνος και μοναδικός γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το σύμπαν.

Στην διαπίστωση αυτή εύκολα κανείς καταλήγει απλά παρατηρώντας την συμπεριφορά των συμπολιτών μας και συχνά πυκνά όλοι μας την στηλιτεύουμε. Παρόλα αυτά η κατάσταση παραμένει η αυτή, κάτι που θα πρέπει να μας οδηγεί στην ιδέα ότι μάλλον δεν ανιχνεύουμε σωστά την αιτία του κακού.  Η ιδέα του μιμιδίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα το θέμα. Το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας έχει σαφώς θρησκευτική και θεολογική αφετηρία, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι τώρα αυτονομείται από το θρησκευτικό και θεολογικό πλαίσιο. Όταν βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον δεν χρειάζεται να κάνει πολλά για να επιβιώσει. Την φροντίδα αυτή την αναλαμβάνει η θρησκεία και η θεολογία της.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην περίπτωση κατά την οποία το φυσικό του περιβάλλον αποσυντίθεται, οπότε δεν μπορεί να τραφεί εκ του φυσικού. Δεν υπάρχει πλέον μια παντοδύναμη Εκκλησία με την θεολογία της για να του εξασφαλίζει τα προς το ζην! Τότε για να επιζήσει πρέπει να “λάβει” έκτακτα μέτρα. Πρέπει να κάνει τους ανθρώπους τους οποίους επηρεάζει ανίκανους να αντιληφθούν την δική του αδυναμία. Επειδή θα ήταν εντελώς ασύμφορο και επομένως αδύνατο να καταστρέψει την ικανότητα σκέψης τους και την δυνατότητα όρασης και κατανόησης, τουλάχιστον στον χώρο της ελληνικής παράδοσης ακολούθησε άλλη τακτική. Εκπαίδευσε τους ανθρώπους στο να αποδέχονται τον διαχωρισμό των λόγων από τα έργα, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι εύκολα να ζουν ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, ένα αυτόν της φαντασίας, όπου το εν λόγω μιμίδιο ζει και βασιλεύει και το άλλο, αυτόν της πεζής πραγματικότητας όπου ο άνθρωπος ζει την διάψευση της πίστης του, αλλά όμως δεν την χάνει[3]!

Έτσι βλέπουμε ότι το εν λόγω μιμίδιο επιζεί γιατί στην πραγματικότητα έχει απενεργοποιήσει ένα άλλο μιμίδιο, το μιμίδιο του αληθεύειν. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει γιατί μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας η οποία στηλιτεύεται διαρκώς και διαχρονικά, παρόλα αυτά παραμένει ακμαία και νεάζουσα και συνεχίζει να υπονομεύει τις όποιες προσπάθειές μας να προσαρμοσθούμε με επιτυχία στην σύγχρονη πραγματικότητα. Για να επιζήσει το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας, δεν έχει παρά να απενεργοποιεί το μιμίδιο του αληθεύειν. Στην πραγματικότητα μόνο αν ενεργοποιήσουμε ξανά το μιμίδιο του αληθεύειν θα μπορέσουμε να πάψουμε να ζούμε την δική μας αλήθεια σαν την μοναδική στον κόσμο, θα εξουδετερώσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Επειδή όμως όλα αυτά είναι αλληλένδετα ισχύει και το ακριβώς αντίστροφο.

Ο άνθρωπος ή η ανθρώπινη ομάδα στην οποία δρα το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας και ταυτόχρονα έχει απενεργοποιημένο το μιμίδιο του αληθεύειν είναι φυσικό και αναμενόμενο να εμφανίζει ιδιότυπη εγωπάθεια και μια διαρκή διαφοροποίηση ανάμεσα στα λόγια και τα έργα που τελικά εκβάλουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές κατακερματισμού της κοινωνίας και μεγιστοποίηση της ανευθυνότητας και της ολοκληρωτικής αποφυγής της πάσης φύσεως ουσιαστικής αξιολόγησης. Το ψέμα και το φαίνεσθαι είναι οι κυρίαρχες συμπεριφορές που θεωρούνται αυτονόητα θεμιτές αρκεί να εξυπηρετούν τα συμφέροντά των ομάδων. Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούνται σε όλες τις κοινωνίες, σε κοινωνίες όμως που κυριαρχούν τα εν λόγω μιμίδια είναι και κοινωνικά αποδεκτές και για τον λόγο αυτό εξαιρετικά μαζικές.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το πρόβλημα της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας είναι, για την ελληνική κοινωνία, πρώτιστα θέμα πολιτιστικό καθώς η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης έχει ως πρώτο θύμα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα και η αντιμετώπισή του θα πρέπει να εστιαστεί πρωτίστως σε αυτά τα επίπεδα και σε δεύτερο χρόνο να χρησιμοποιηθούν τα κλασσικά οικονομικά εργαλεία. Όπως αποδεικνύεται στην πράξη, αυτά τα δεύτερα διαρκώς αποτυγχάνουν, στην ελληνική πραγματικότητα, όχι γιατί υπάρχει πρόβλημα γονιδίων, αλλά πρόβλημα μιμιδίων, και επομένως αυτή η ίδια η ζωή μας δείχνει τι πρέπει να κάνουμε. Ένα πολιτιστικό πρόβλημα καθώς έχει έντονα ψυχολογικό χαρακτήρα, παίρνει τον δρόμο της επίλυσής του όταν έρχεται στο φως της συνειδητότητας.

Είναι λοιπόν καθήκον των διανοουμένων να αναδείξουν, να συζητήσουν και επανατοποθετήσουν το πρόβλημα της σχέσης των έργων και των λόγων, το πρόβλημα του αληθεύειν σε νέες βάσεις, να διακρίνουν ποιες ιδέες και ποιες αντιλήψεις που έχουν καλλιεργηθεί και κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία, τόσο του μεσαίωνα, όσο και την σύγχρονη, μας έχουν καταστήσει επιρρεπείς στο να ανεχόμαστε το ψέμα στην ζωή μας. Αν η θερμοκοιτίδα που εξέθρεψε το εν λόγω μιμίδιο ήταν η εκκλησιαστική θεολογία, θα πρέπει να δούμε τις επιβιώσεις της σήμερα και κυρίως τις μεταλλαγές της, έτσι ώστε να ακυρώσουμε τις αρνητικές της δράσεις, αλλά και να καλλιεργήσουμε αυτές τις στάσεις ζωής που μας καθιστούν συνεπείς και υπεύθυνους, τίμιους απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους.

Στα παραπάνω ουσιαστικά περιγράφω μια μέθοδο, μια διαδικασία η οποία πρέπει να επαναληφθεί και για όσα άλλα μιμίδια μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κρύβονται πίσω από την νεοελληνική καχεξία, να δούμε τις αλληλεπιδράσεις τους και τις συνέπειές τους και εν τέλει να προσπαθήσουμε να τα αντιμετωπίσουμε με τους κατάλληλους τρόπους. Τέτοια μιμίδια έχουν εκτραφεί σε αφθονία στο θρησκευτικό αλλά και στο ιστορικό παρελθόν μας και καταφέρνουν να επιβιώνουν χάρη στην αγιοποίηση του παρελθόντος. Δεν θα μας αφήσουν εύκολα να τα απενεργοποιήσουμε, ο αγώνας για την επιβίωσή τους είναι άλλωστε το δομικό συστατικό τους, αλλά μοιάζει να είναι η αναγκαία και ενδεχομένως μοιραία μάχη για την επιβίωση του σύγχρονου ελληνισμού.


[1] Richard Dawkins, Το εγωιστικό Γονίδιο, Κάτοπτρο 1976, σελ. 356 κ.ε.

[2] Πολύ κατατοπιστικό είναι το σχετικό άρθρο στο λήμμα memes της Wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Memes όπου μπορεί να δει κανείς και την σχετική συζήτηση που προκαλεί η ιδέα του μιμιδίου στην επιστημονική κοινότητα.

[3] Αυτήν την εργασία του εν λόγω μιμιδίου περιγράφω εκτενώς στο βιβλίο μου Ο Πλανήτης της Θεολογίας, σελ. 151 κ.ε.

Οκτ.
30

Του Αρσένιου Μέσκου

Οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Στις σχέσεις μας, στην οικονομία, στην πολιτική, στην ιστορία. Πλην όμως αισθανόμαστε αρκετά ασφαλείς όσον αφορά τα αντικείμενα που μας περιβάλουν. Αυτά (πρέπει να) είναι όπως φαίνονται, ένα τραπέζι είναι πάντα ένα τραπέζι και ένα ποτήρι είναι ένα ποτήρι. Από την αρχαιότητα όμως πάντα υπήρχαν αυτοί που είχαν τις αμφιβολίες τους, τις ανησυχίες τους και τις απορίες τους. Τι είναι αυτό που κάνει ένα ποτήρι να είναι ποτήρι; Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο, το σχήμα του ή ο λόγος για τον οποίο κατασκευάσθηκε. Και αν μεν η συζήτηση για το ποτήρι μοιάζει άνευ ενδιαφέροντος, όταν φθάνουμε στον άνθρωπο τα ερωτήματα εύλογα φαντάζουν να έχουν καίρια σημασία.

Είπαμε, οι πολλοί θα περάσουν ολόκληρη την ζωή τους χωρίς να αναρωτηθούν για όλα αυτά, για τους λίγους όμως μπορεί η αναζήτηση των απαντήσεων να γίνει στόχος της ζωής τους. Από αυτές τις απαντήσεις προκύπτει νόημα το οποίο όλοι θέλουν, εάν βέβαια έχουν ανάγκη από νόημα. Το αναζητούν στις σκέψεις, τα γραπτά και τις τοποθετήσεις αυτών των λίγων. Τα ερωτήματα σχετικά με το είναι και το νόημα των πραγμάτων είναι αντικείμενο της φιλοσοφίας και ειδικότερα του κλάδου της που καλείται μεταφυσική[1]. Η λέξη αυτή υφίσταται συχνά μια κακοποίηση στην χρήση της, κυρίως στην καθημερινή ζωή, αλλά όχι σπάνια και από ανθρώπους που ασχολούνται μαζί της.

Ο λόγος είναι ότι το μεταφυσικό συνήθως συγχέεται με το υπερφυσικό[2]. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά οφείλεται στην ιστορία. Πράγματι στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα αντικείμενα μεταφυσικής έρευνας, όσον αφορά αυτό καθεαυτό το είναι των όντων, ήταν οντότητες που συνήθως χαρακτηρίζουμε ως υπερφυσικές, κατά κύριο λόγο ο Θεός και κατά δεύτερο λόγο το πιστευόμενο ως θεϊκό στοιχείο του ανθρώπου, η ψυχή. Και τούτο γιατί αντικείμενο μεταφυσικού προβληματισμού πάντοτε είναι ότι υπάρχει, αλλά δεν είναι άμεσα προσιτό. Με αυτήν την έννοια δεν έχει νόημα μεταφυσικός προβληματισμός για μια τυπική φυσική οντότητα στην οποία έχουμε άμεση αισθητηριακή και παρατηρησιακή πρόσβαση.  Για τις γνώσεις που είχαν την εποχή εκείνη οι άνθρωποι δεν μπορούσε να είχε ιδιαίτερο νόημα προβληματισμός π.χ. για το είναι ενός ποτηριού γιατί όλα όσα μπορούσαμε να ξέρουν για αυτό περιορίζονταν σε αυτά που παρείχαν οι αισθητηριακές παρατηρήσεις. Ο φυσικός λοιπόν κόσμος ήταν εκτός του πεδίου ενδιαφέροντος της παραδοσιακής μεταφυσικής και έτσι αυτή σιωπηρά ταυτίσθηκε με την μελέτη των θεωρουμένων ως υπερφυσικών οντοτήτων.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν καθώς προόδευσε η επιστήμη. Αίφνης προέκυψε ζήτημα σχετικά με το είναι της βαρύτητας. Ποια μπορούσε να είναι η φύση μιας δύναμης που δρα ακαριαία και από απόσταση χωρίς την μεσολάβηση κάποιου μέσου; Ο Νεύτων ήταν γνώστης του ερωτήματος αλλά αδυνατούσε να απαντήσει[3]. Τον εικοστό αιώνα αναδύθηκαν νέα θέματα τα οποία έγιναν αντικείμενα μεταφυσικού προβληματισμού. Ο λόγος είναι το γεγονός ότι η σύγχρονη επιστήμη εισήγαγε στο πεδίο έρευνάς της οντότητες οι οποίες δεν ήταν άμεσα παρατηρήσιμες και επομένως για να γίνει κατανοητή η φύση τους έπρεπε τα μαθηματικά τα οποία τις περιέγραφαν να αποκτήσουν ένα νόημα το οποίο όμως δεν ήταν μονοσήμαντα ορισμένο. Έτσι η μεταφυσική έγινε ένα αναπόσπαστο στοιχείο της επιστημονικής έρευνας[4].

Η αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των επιστημόνων βλέπει αυτήν την επανάκαμψη της μεταφυσικής με αρνητικά συναισθήματα, γιατί παραπέμπει στην μεταφυσική των υπερφυσικών οντοτήτων για τις οποίες μίλησα προηγουμένως. Και αυτό όχι αβάσιμα γιατί αρκετοί από τον χώρο των θρησκειών εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι στον χώρο της επιστήμης εμφανίζονται οντότητες που εμφανίζουν, τρόπον τινά, υπερφυσικά χαρακτηριστικά, και υποστηρίζουν ότι εφόσον υπάρχουν αυτές οι φυσικές-υπερφυσικές οντότητες είναι εύλογο να υπάρχουν και οι δικές τους υπερφυσικές οντότητες, είτε πρόκειται για τον Θεό είτε πρόκειται για την ψυχή[5]. Παρά τις προσπάθειες αυτών των επιστημόνων, η επανάκαμψη της μεταφυσικής είναι γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αναιρεθεί. Την επιβάλει το περιορισμένο του ανθρώπου και το μέγεθος και η πολυπλοκότητα του κόσμου μας. Αυτή η ποσοτική σχέση ανάμεσα στον κόσμο και τον άνθρωπο καθιστά αναγκαία την μεταφυσική (πρόταση).

Τι ακριβώς είναι μια τέτοια μεταφυσική (πρόταση); Είναι μια διήγηση για το πώς είναι ο κόσμος και ο άνθρωπος, ποια είναι η υφή του, τι είναι πίσω από τα φαινόμενα. Στον χώρο της επιστήμης υπάρχουν δύο διαφορετικές τέτοιες ομάδες τέτοιων διηγήσεων, η μία αυτή που αφορμάται εκ της περιγραφής του μικρόκοσμου και στηρίζεται πάνω στην φυσική και τα μαθηματικά της κβαντομηχανικής και η δεύτερη που αφορμάται από την περιγραφή του μακρόκοσμου και στηρίζεται στην φυσική και τα μαθηματικά της θεωρίας της σχετικότητας. Θεωρητικά οι δύο αυτές διηγήσεις θα έπρεπε να συγκλίνουν και κάπου να ενώνονται. Αυτό όμως μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί, είναι ζητούμενο.

Αν η δεύτερη διήγηση είναι αρκετά σαφώς ορισμένη, δεν ισχύει το ίδιο με την πρώτη. Στην πραγματικότητα η πρώτη είναι ένα σύνολο παράλληλων και εναλλακτικών διηγήσεων, από τις οποίες καμιά δεν καταφέρνει να συγκεντρώσει την πλήρη αποδοχή κάποιου σημαντικού αριθμού ειδικών. Το θέμα της ερμηνείας της κβαντομηχανικής[6], γιατί περί αυτού πρόκειται παραμένει ανοικτό και ως εκ τούτου συχνά εμφανίζονται νέες διηγήσεις οι οποίες επιδιώκουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επιστημόνων. Η αλήθεια είναι ότι, το γεγονός ότι δεν φαίνεται να είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε μια τελική διήγηση, έχει στρέψει το ενδιαφέρον των φυσικών στις πρακτικές εφαρμογές της κβαντομηχανικής που είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Το ερώτημα όμως παραμένει και στην διδακτορική μου εργασία διατύπωσα την Υπόθεση των Λογικών Κβάντων[7] (ΥΛΚ) η οποία είναι μια τέτοια μεταφυσική διήγηση για το πώς είναι ο κόσμος και ο άνθρωπος. Η Υπόθεση αυτή έχει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες αντίστοιχες ερμηνείες γιατί αν και αναφέρεται σε φυσικές οντότητες που μελετά η σύγχρονη επιστήμη, αφορμάται από ιδέες που αναπτύχθηκαν στο παρελθόν. Επιπλέον, καθώς παρουσιάσθηκε στα πλαίσια της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εύκολα κανείς θα την θεωρήσει ως μια θεολογική πρόταση με ότι αυτό συνεπάγεται. Μια τέτοια ταξινόμηση είναι εντελώς λάθος και αυτό θα φανεί στην συνέχεια.

Η ΥΛΚ είναι μια πρόταση για το πώς είναι δομημένος ο φυσικός κόσμος, είναι λοιπόν μια μεταφυσική πρόταση και επομένως θεμελιώνεται σε κάποιες βασικές προϋποθέσεις και στην συνέχεια κάνει κάποιες προτάσεις οι οποίες ελέγχονται από τον βαθμό συμφωνίας τους με τα παρατηρησιακά και άλλα επιστημονικά δεδομένα αλλά και από την εξηγητική και ερμηνευτική δύναμη της πρότασης. Δεν είναι θεολογική πρόταση γιατί αναφέρεται σε φυσικές οντότητες και δεν επιχειρεί να αντλήσει κύρος από οποιαδήποτε θεολογική διδασκαλία ή αυθεντία.

Η κεντρική προϋπόθεση είναι ο οντολογικός μονισμός. Ύλη και πνεύμα είναι εκφάνσεις της ίδιας οντολογικής πραγματικότητας. Μια οντολογική πρόταση για το είναι του κόσμου θα πρέπει να ερμηνεύει επαρκώς και την ύλη και το πνεύμα και για να ακριβολογώ όλα όσα ο ανθρώπινος πολιτισμός υπονοεί με τις δύο αυτές λέξεις. Η αποδοχή αυτής της προϋπόθεσης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι διαισθήσεις των αρχαίων αναφορικά με την πνευματική διάσταση του κόσμου δεν είναι άνευ σημασίας. Οι αρχαίοι πολιτισμοί δεν ανέπτυξαν την προσέγγιση του κόσμου με τον αναλυτικό τρόπο που επιτυγχάνει ο πολιτισμός μας, αλλά ανέπτυξαν προσεγγίσεις για τις οποίες αξιοποίησαν την διαισθητική, ψυχολογική ή αν θέλετε πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν και από ορισμένες πλευρές η προσέγγιση αυτή δεν είναι τόσο αποτελεσματική όσο η σύγχρονη, εν τούτοις έχει να επιδείξει όχι λίγα επιτεύγματα τα οποία μας προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό.

Οι πολιτισμοί αυτοί ανέπτυξαν περιγραφές του κόσμου που διατήρησαν την επικαιρότητά τους για τεράστια χρονικά διαστήματα, κάτι που είναι μάρτυρας της επιτυχίας τους. Μια διήγηση που θα ήταν αναποτελεσματική έχει λίγες πιθανότητες να επιβιώσει επί μακρόν, κάτι που είναι ακόμα λιγότερο πιθανό αν μιλάμε για μια κοινωνία με ανεπτυγμένη την φιλοσοφική σκέψη και με πλήθος τεχνολογικών επιτευγμάτων, όπως η αρχαία ελληνική. Μεταφυσικές λοιπόν που αναπτύχθηκαν στους αρχαίους και τους μεσαιωνικούς χρόνους, αν και είναι ξεπερασμένες, εν τούτοις διατηρούν μια αξία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πλατωνική οντολογία η οποία είναι και σήμερα δημοφιλής σε ορισμένους επιστημονικούς κλάδους. Εννοείται ότι οι σημερινοί επιστήμονες που τυχόν δηλώνουν πλατωνιστές έχουν στον νου τους μια εξελιγμένη και προσαρμοσμένη εκδοχή του αρχαίου πλατωνισμού[8].

Στην ΥΛΚ λοιπόν αξιοποιούμε μια άλλη αρχαία οντολογία, αυτήν που βασίζεται στην έννοια του λόγου. Αυτή η οντολογία αναπτύχθηκε στηριγμένη κατά κύριο λόγο στην διαισθητική προσέγγιση των όντων, αλλά αναφέρεται στα φυσικά όντα και είναι τρόπον τινά μια αρχαία φυσική περιγραφή του πως είναι δομημένος ο κόσμος και τα όντα που υπάρχουν σε αυτόν. Η περιγραφή αυτή πρωτοκαταγράφηκε στο σωζόμενα χωρία του Ηράκλειτου και έκτοτε συνέχισε να εξελίσσεται μέχρι τον 7ο μ.Χ. αιώνα στο έργο του μεγαλύτερου φιλοσόφου-θεολόγου του ελληνικού μεσαίωνα, Μάξιμου του ομολογητή. Στην διάρκεια των χιλίων αυτών χρόνων πλήθος φιλοσόφων αρχικά και θεολόγων στην συνέχεια προσέθεσαν στην περιγραφή αυτή νέα στοιχεία.

Κομβικό σημείο αποτελεί η εποχή γύρω στον 1ο π.Χ. αιώνα όταν ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς εισήγαγε την έννοια του λόγου στο θεολογικό του σύστημα, το οποίο στην συνέχεια κληρονόμησαν οι χριστιανοί θεολόγοι, οι οποίοι με τον Ωριγένη, τους Καππαδόκες τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και εν τέλει τον Μάξιμο[9] επεξεργάσθηκαν διεξοδικά την έννοια του λόγου ενός φυσικού όντος στο παρασκήνιο της προσπάθειάς τους να εξηγήσουν και την έννοια του Θείου Λόγου[10].

Εφόσον θεωρούμε την φυσική και την πνευματική γνώση ως παράλληλες ή εναλλακτικές προσεγγίσεις της ίδιας φυσικής πραγματικότητας, και εφόσον η οντολογία του λόγου λειτούργησε ικανοποιητικά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι έχει μια “αντικειμενική” αξία και ότι αν μεταφερθεί στα σύγχρονα δεδομένα μπορεί να μας δώσει μια ικανοποιητική και αποτελεσματική περιγραφή είναι του κόσμου μας. Και πράγματι στην εργασίας μας δείξαμε ότι μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική ερμηνεία των φαινομένων που παρατηρούμε στον χώρο του πολύ μικρού.

Πιο συγκεκριμένα η ΥΛΚ προτείνει την εισαγωγή του λόγου ως θεμελιώδους, μη αναγώγιμου σε κάτι άλλο φυσικό στοιχείο εκ παραλλήλου με την μάζα την ενέργεια. Και πιο ειδικά ο λόγος είναι το οντολογικό θεμέλιο, η οντολογική αιτία όλων αυτών[11]. Με άλλα λόγια κάθε ον προσδιορίζεται από μια άλλη φυσική οντότητα, τον λόγο του, η οποία καθορίζει όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του. Αν αξιοποιήσουμε τα χαρακτηριστικά που οι διαισθήσεις των αρχαίων προσέδωσαν στην έννοια του λόγου τότε μπορούμε να του αποδώσουμε κάποια χαρακτηριστικά τα οποία μας εξηγούν τα περίφημα κβαντομηχανικά παράδοξα, όπως τις μη τοπικές αλληλεπιδράσεις, τα φαινόμενα αντιστροφής του χρόνου ή της σχέσης αιτίας και αιτιατού και την περίφημη κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης.

Πραγματικά οι λόγοι πρέπει να είναι οντότητες που δεν έχουν χρονικές και χωρικές διαστάσεις. Τέτοιες οντότητες με βάση τα κριτήρια της καθημερινότητας φαντάζουν υπερφυσικές αλλά εν τούτοις υπάρχουν τέτοιες οντότητες οι οποίες αφήνουν τα ίχνη τους εμφανώς στα εργαστήρια των φυσικών και μας γεμίζουν με απορίες οι οποίες αντιστέκονται στην απάντησή τους για περισσότερα από εκατό χρόνια[12]. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό των λόγων για το οποίο μας μιλά η αρχαία διήγηση είναι η σύνθεσή τους για την δημιουργία συνθέτων λόγων που αντιστοιχούν σε σύνθετες οντότητες και οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Ο λόγος μιας οντότητας που στον χωροχρόνο συντίθεται από επιμέρους άλλες οντότητες είναι και αυτός η σύνθεση των λόγων των επιμέρους οντοτήτων, αν και αυτός ο σύνθετος λόγος είναι ανώτερος από το νοούμενο άθροισμα των λόγων των επιμέρους οντοτήτων[13].

Αυτά τα χαρακτηριστικά των λόγων μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε μια μεταφυσική διήγηση-ερμηνεία των φαινομένων της κβαντομηχανικής, αλλά και να γράψουμε μια διήγηση και για τις μη κβαντικές οντότητες. Σε αυτήν την διήγηση δεν μεταφέρουμε τις κβαντομηχανικές ιδιότητες στις μη κβαντομηχανικές οντότητες, αλλά θεωρούμε ότι οι λόγοι των μη κβαντομηχανικών οντοτήτων διατηρούν τις ίδιες ιδιότητες με τους λόγους των κβαντικών οντοτήτων. Έτσι μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα πλουσιώτερο κοσμοείδωλο από αυτό της συνήθους φυσικής το οποίο μπορεί να αποτελέσει την βάση για μια πραγματική υπέρβαση του υφέρποντος σε όλες τις πτυχές της δυτικής σκέψη δυαλισμού. Οι λόγοι είναι οι φυσικές οντότητες που είναι η αιτία όλων των φαινομένων, είτε τα θεωρούμε υλικά-φυσικά είτε τα θεωρούμε πνευματικά-υπερφυσικά.

Σε ανθρωπολογικό επίπεδο η ενότητα νου και εγκεφάλου βρίσκεται στον κοινό τους λόγο. Με άλλα λόγια το κέντρο της νόησης και της αυτοσυνειδησίας δεν είναι απλώς η βιολογική δομή του εγκεφάλου αλλά η λογική δομή που είναι η οντολογική αιτία του εγκεφάλου. Αν ισχύει αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και εξήγηση όλων των φαινομένων που χαρακτηρίζονται πνευματικά μεταξύ των οποίων και ορισμένα που αποτελούν σκάνδαλο για την παραδοσιακή σκέψη η οποία και τα κατατάσσει ολίγον περιφρονητικά στον χώρο της παραψυχολογίας.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η εφαρμογή της ΥΛΚ στην εξελικτική βιολογία γιατί της λύνει με ένα ριζικό και απλό τρόπο το πρόβλημα της ανάδυσης των ολοκληρωμένων μορφών. Μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι η εξέλιξη δεν γίνεται σε επίπεδο χημικών ενώσεων δηλαδή γονιδίων κλπ., αλλά λόγων, λόγων ολοκληρωμένων μορφών. Το μάτι εμφανίσθηκε ολοκληρωμένο γιατί ο λόγος του έχει νόημα μόνο όταν είναι ολοκληρωμένο. Η εξέλιξη σε επίπεδο λόγων μας απαλλάσσει από όλα τα προβλήματα τα οποία οι βιολόγοι ξεπερνούν συνήθως με μεθόδους που πρώτοι έχουν χρησιμοποιήσει οι θεολόγοι.

Σε κοσμολογικό επίσης επίπεδο μπορούμε να πάρουμε ορισμένες απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Καταρχάς βέβαια θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι παρατηρήσεις οι οποίες οδηγούν στο μοντέλο του ολογραφικού σύμπαντος συνάδουν πλήρως με την ΥΛΚ [14]. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος που βλέπουμε είναι ένα ολόγραμμα, μια τετραδιάστατη προβολή πληροφορίας η οποία βρίσκεται κάπου αλλού. Το παράδειγμα μιας ταινίας DVD είναι αποκαλυπτικό του τι σημαίνει η ΥΛΚ σε κοσμολογικό επίπεδο. Μπορεί κανείς να φαντασθεί ότι η ζωή του κόσμου μας είναι η προβολή μιας ταινίας της οποίας το ψηφιακό αρχείο είναι αποθηκευμένο σε ένα δίσκο. Η πληροφορία στον δίσκο είναι εκτός του χρόνου και του χώρου της ταινίας. Η προβολή αυτή μπορεί να είναι τετραδιάστατη αν και η πληροφορία “βρίσκεται” εκτός των τεσσάρων διαστάσεων.

Το παράδειγμα αυτό συνιστά και την καλύτερη σύνδεση μεταξύ του λόγου και της πληροφορίας. Πράγματι η πλέον κοντινή έννοια της σύγχρονης ζωής στην έννοια του λόγου όπως τον χρησιμοποιούμε στην ΥΛΚ είναι η πληροφορία. Έτσι η ΥΛΚ είναι μια πρόταση που λέει απλά ότι εκτός από την μάζα και την ενέργεια είναι και η πληροφορία ένα μη αναγώγιμο φυσικό μέγεθος[15]. Η πληροφορία έχει τον χαρακτήρα της οδηγίας για το πώς είναι ένα ον.

Η ΥΛΚ μπορεί να μας προτείνει απαντήσεις σε ερμηνευτικά προβλήματα της φυσικής, όμως η φυσική καταφέρνει και προχωρά αν και έχει τέτοια αναπάντητα ερωτήματα. Η ΥΛΚ έχει μεγαλύτερη αξία όσον αφορά την κατανόηση του ανθρώπου, δηλαδή του εαυτού μας. Η ανάδειξη της πληροφορίας ως του σημαντικότερου στοιχείου της ανθρώπινης ύπαρξης προσδίδει νέο ενδιαφέρον σε μια σειρά από θέματα, ξεκινώντας από την τροφή και φθάνοντας μέχρι την εκ νέου κατανόηση και αξιολόγηση όλων των ιερών παραδόσεων.

Το ουκ επ’ άρτω ζήσεται μόνο άνθρωπος αποκτά νέα σημασία. Ο άρτος πλέον είναι πληροφορία, αλλά και το πνεύμα είναι πληροφορία. Η πνευματική ζωή δεν είναι υπερφυσική ζωή, αλλά αμιγώς φυσική. Αν προς στιγμή ερμηνεύεται μεταφυσικά είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα ερμηνευθεί αμιγώς φυσικά. Ας ελπίσουμε όμως ότι αυτή η στιγμή αργεί ακόμα γιατί θα χαθεί το μυστήριο του σύμπαντος και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό που θα φανεί θα είναι της αρεσκείας μας…


[1] Μάρτιν Χάιντεγκερ, Εισαγωγή στην Μεταφυσική, Δωδώνη, Αθήνα, σελ. 48.

[2] Είναι χαρακτηριστική η υφέρπουσα σε όλο το βιβλίο σύγχυση μεταφυσικής και υπερφυσικού ή θεολογίας στο, Ευτύχη Μπιτσάκη, Από την Πυρά στον Άμβωνα, Τόπος, και πιο ειδικά π.χ. σελ. 119.

[3] Johnathan Powers, Φιλοσοφία και Νέα Φυσική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1995, σελ. 59.

[4] Βλ. Albert Einstein-Leopold Infeld, Η Εξέλιξη των Ιδεών στη Φυσική, Δωδώνη 1978 και Werner Heisenberg, Σκέψεις για την εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική, Εκδόσεις Τραυλός, 1997

[5] Χαρακτηριστική και εκτενής κατάχρηση των υπερφυσικών ιδιοτήτων φυσικών οντοτήτων γίνεται από τους θιασώτες διαφόρων εναλλακτικών μορφών πνευματικότητας οι οποίοι με εντυπωσιακή ευκολία τοποθετούν τον όρο κβαντικός μπροστά από διάφορα ουσιαστικά, όπως π.χ. κβαντική θεραπεία, κβαντική θεολογία και άλλα πολλά.

[6] Για μια συστηματική παρουσίαση των διαφόρων ερμηνειών της κβαντομηχανικής, ίσως μοναδική στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. Αρσενίου Μέσκου, Η Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, Αρμός 2007, σελ. 156 κ.ε. όπου και πλήρης σχετική βιβλιογραφία.

[7] Ο.π. σελ. 205 κ.ε.

[8] Κλασσικές περιπτώσεις πλατωνιστών επιστημόνων είναι οι Roger Penrose και Joulian Barbour. Βλ. Το Μεγάλο, το Μικρό και η Ανθρώπινη Νόηση, επιμ. Malcolm Longair, Κάτοπτρο 1997, όπου o Penrose αναπτύσσει τις ιδέες του, σελ. 23 κ.ε. και Joulian Barbour, The End of Time, Oxford University Press http://www.platonia.com/books.html .

[9] Για πλήρη παρουσίαση και τεκμηρίωση της εξέλιξης της έννοιας του λόγου βλ. Η Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, σελ. 45 κ.ε.

[10] Εξαιτίας της σύνδεσης του λόγου με τον θείο Λόγο, η σχετική θεωρία έχει πρωτίστως θεολογικό χαρακτήρα. Όμως δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει και να αναπτύσσεται ο λόγος των φυσικών οντοτήτων, όπως έδειξα στην διατριβή μου. Για αυτόν τον λόγο η ΥΛΚ δεν είναι μια θεολογική υπόθεση αλλά μια τυπικά φυσική-μεταφυσική υπόθεση.

[11] Η Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, σελ. 199 κ.ε.

[12] Πρόκειται για σωματίδια του μικρόκοσμου, όταν αυτά βρίσκονται στην λεγόμενη κβαντική κατάσταση. Περισσότερα Η Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, σελ. 123 κ.ε.

[13] Ο.π. σελ. 119.

[14] Lee Smolin, Τρεις Δρόμοι προς την Κβαντική Βαρύτητα, Κάτοπτρο 2002, σελ.241. και Η Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, σελ. 237.

[15] Η Υπόθεση… σελ. 231.

Οκτ.
30

Του Γιάννη Ναστούλη

Η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε είναι άμεσα συναρτημένη με τα γεωστρατηγικά παίγνια των Η.Π.Α και των ηγετικών δυνάμεων της Ε.Ε στην περιοχή της Ευρασίας και της Μέσης Ανατολής. Χωρίς μια ενδελεχή μελέτη αυτού του γεωπολιτικού πλαισίου είναι αδύνατη μια ρεαλιστική προσέγγιση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Αυτό έχει να κάνει με την εξόχως σημαντική της θέση στο γεωπολιτικό περιβάλλον που δημιουργείται μετά την «απώλεια» για τις Η.Π.Α του Ιράν το ’79 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ δέκα χρόνια αργότερα, κυρίως όμως με τον σχεδιαζόμενο δίκτυο των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή της Κασπίας.

Και τούτο, βεβαίως, ενταγμένο στους σχεδιασμούς των Η.Π.Α να ελέγξουν την παραγωγή και τη μεταφορά αυτών των φυσικών πόρων από την Κεντρική Ασία στα Βαλκάνια και από εκεί στις αγορές της «Δύσης».

Παράλληλα στο νέο αυτό περιβάλλον δημιουργείται ένας πολυπολικός αστερισμός τον οποίο συναπαρτίζουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Ρωσία, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ινδία και ο οποίος διεκδικεί ένα νέο ρόλο στο διεθνή καταμερισμό ισχύος. Ένα ρόλο, όμως, εν πολλοίς εξαρτώμενο από την αποφασιστική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών οι οποίες έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν, προς το παρόν, ένα πανίσχυρο πλέγμα εξάρτησης συμφερόντων των δυνάμεων αυτών από την προώθηση των δικών τους ηγεμονικών συμφερόντων.

Σε αυτό το δίκτυο αξιώσεων η Τουρκία εμφανίζεται ως καταλύτης, αφού εκτεινόμενη σε έναν ιστορικό χώρο μεγάλης γεωγραφικής αξίας, προβάλλει ως αξιόλογος περιφερειακός «παίκτης» που διεκδικεί για τον εαυτό του μια αυτόνομη παρουσία στο συσχετισμό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή (νεοοθωμανισμός).

Η Τουρκία, πράγματι, ανήκει σε ένα  σημαντικότατο γεωγραφικό σύμπλεγμα που συνδέει τρεις ηπείρους, έχει πρόσβαση σε τρεις ωκεανούς, είναι παράκτιος χώρος τεσσάρων ημίκλειστων θαλασσών (Μεσόγειος, Εύξεινος, Ερυθρά, Περσικός) και δεσπόζει σε πορθμούς και θαλάσσιες διόδους μεγίστης σημασίας για τη θαλάσσια κυκλοφορία (στενά Ορμούζ και Μπαμπ-ελ Μαντέμπ, διώρυγα Σουέζ), από την άλλη, δημιουργεί με τα όμορα κράτη: Ιράν, Ιράκ, Συρία γεωγραφικό σύμπλοκο υψίστης σημασίας α) για τη διέλευση σπανίων ενεργειακών κοιτασμάτων και β) για τη διατήρηση της ισλαμικής ζώνης ασφάλειας νοτίως της Ρωσίας. Ελέγχει τη ροή των υδάτων του Τίγρητος και του Ευφράτη προς τα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ, ενώ από αμυντικής-στρατηγικής πλευράς αυξάνει τις μετοχές της στη συνείδηση του αμερικανικού κατεστημένου από το γεγονός ότι προσφέρει στρατιωτικές και αεροπορικές βάσεις στις Η.Π.Α και στο Ισραήλ 1.

Έτσι δεν είναι καθόλου αξιοπερίεργο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να εμβάλλει ιδέες συνομωσίας που ανάγονται στο χώρο του μεταφυσικού, που η Τουρκία καθίσταται καθοριστικός κόμβος του γεωπολιτικού άξονα (rimland) της Εγγύς Ανατολής, ενός χώρου στον οποίο, αδιαμφισβήτητα, διακυβεύονται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα. Όμως παρά τη συνεχιζόμενη σημασία της η Τουρκία παραμένει μια ασταθής χώρα σε όλο το εύρος του οικονομικού-πολιτικού και κοινωνικού της ιστού πράγμα που την καθιστά ανίκανη να επιφέρει μείζονες αλλαγές στην περιφερειακή κατανομή ισχύος, εμβάλλοντας στις ατλαντικές ελίτ την ιδέα ότι μια πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε αφ’ ενός θα διασφάλιζε το καθεστώς από τις εγγενείς αδυναμίες και αντιφάσεις του, αφ΄ετέρου, και κυρίως, θα ενίσχυε την επιρροή των Η.Π.Α στις υποθέσεις του, σ’ αυτές της Ε.Ε κατ’ επέκταση και φυσικά της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Αναμφίβολα η Τουρκία είναι από γεωστρατηγική σκοπιά «extraordinary important» 2 για τις Η.Π.Α, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Η στρατηγική της θέση την καθιστά ουσιώδη διεθνή δρώντα αναφορικά με ένα ευρύ φάσμα συμφερόντων και κυρίως σε μια περιοχή παραπαιουσών δημοκρατιών, τρομοκρατίας, εθνικών συγκρούσεων, προβάλλει ως το μόνο δημοκρατικό, λαΐκό (secular) έθνος, το οποίο αντλεί τα πολιτικά του μοτίβα από τη «Δύση».

Το σημείο αυτό ακριβώς αναδεικνύει για τις Η.Π.Α την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε ως αμέσου προτεραιότητας. Η ένταξη θεωρείται ως ο μόνος τρόπος να αποσυντεθεί ο ισλαμικός φουνταμενταλισμός από την τουρκική πολιτική και να προβάλλει η Τουρκία μια σύγχρονη κοσμική εικόνα του Ισλάμ, σε ολόκληρη την τουρκογενή εθνογλωσσική ζώνη, από τον Καύκασο μέχρι την Κίνα, και από την άλλη, να προσφέρει στις Η.Π.Α ένα εναλλακτικό μοντέλο ισλαμικής δημοκρατίας προς εξαγωγήν στο θεοκρατικό-σιιτικό Ιράν ή αλλού, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Με το να «βάλλουν» την Τουρκία στην Ε.Ε, το συντομότερο δυνατόν, οι Η.Π.Α θεωρούν ότι εξασφαλίζουν αφ’ ενός την υποστήριξη της τουρκικής πολιτικής απέναντι σε κράτη «παρίες» στη Μέση Ανατολή, αφ’ ετέρου, σε συμπαράταξη με τη Βρετανία, τον έλεγχο της ίδιας της Ε.Ε-Γερμανίας στις υποθέσεις της Μ.Ανατολής και της κεντρικής Ασίας και το σπουδαιότερο, εξασφαλίζουν ένα ισχυρό πολιτικό χαρτί απέναντι στο γαλλογερμανικό μέτωπο, και γιατί όχι, απέναντι σε μια δυνητική Ευρω-Ρωσο-Κινεζική σύμπραξη.3

Παράλληλα μια ακόμη σημαντική προσδοκία των Η.Π.Α, είναι η «ουδετεροπίηση» της Τουρκίας. Με τη συμμετοχή της σε ένα μηχανισμό οικονομικής ευμάρειας, πολιτικής σταθερότητας και πολιτισμικής ηγεμονίας οι Η.Π.Α απονευρώνουν τον ακτιβισμό του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου και αμβλύνουν τις εθνοτικο-κοινωνικές και θρησκευτικές διαφορές στο εσωτερικό της. Μια τέτοια «κατοχύρωση» της Τουρκίας, λύνει τα χέρια των Η.Π.Α ώστε να «παίξουν» γεωπολιτικά, απαλλαγμένες από το γεωστρατηγικό της βάρος, να λύσουν το πρόβλημα του Ιράν, να «περάσουν» τη δημιουργία κουρδικού κράτους στο βόρειο Ιράκ, έχοντας πείσει την Τουρκία ότι μια τέτοια εξέλιξη δε συνιστά για την ίδια μια υπόθεση μηδενικού αθροίσματος.

Αλλά το σημαντικότερο επιχείρημα για τους σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής είναι αυτή καθαυτή η ένταξη της στην Ε.Ε. Με αυτό οι Η.Π.Α εξασφαλίζουν ένα πιστό-υπο αμφισβήτηση πλέον-σύμμαχο, με τον οποίο έχουν αναπτύξει ομοιογενή, εν πολλοίς, αντανακλαστικά, με κοινούς κώδικες επικοινωνίας και με ένα δίκτυο οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων που έχουν οικοδομηθεί στην πορεία του χρόνου. Οι Αμερικανοί, ως θέσει ηγεμονική υπερδύναμη, είναι αρκετά εθισμένοι σε μια «καχύποπτη» ανάγνωση των γεωπολιτικών δρώμενων για να μη λαμβάνουν υπόψη τους, το έστω ασταθές, αίτημα των Ευρωπαίων για πολιτική και στρατιωτική ενοποίηση. Η Τουρκία, εδώ ακριβώς, μπορεί να «παίξει» ως μέσο διεμβολισμού των γαλλογερμανικών και ρωσοκινεζικών σχεδιασμών στην Ευρασία, όπως ήδη είπαμε. Μια Τουρκία, εν είδει νεοταξικού εμφυτεύματος, συντεταγμένη από κοινού με τη Βρετανία και με τις άλλες, φίλα προσκείμενες, χώρες, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά, σε ένα «αντιευρωπαΐκό» εντός Ευρώπης άξονα, θα μπορούσε να ελέγξει μια τροπή της Ε.Ε στην κατεύθυνση της αμφισβήτησης της αμερικανικής ηγεμονίας.

Το «ρήγμα» Η.Π.Α-Ευρώπης

Η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας Ευρώπης σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, θα δημιουργούσε μια σημαντική μετατόπιση της παγκόσμιας κατανομής ισχύος, με τεράστιες συνέπειες για τη θέση των Η.Π.Α. στον κόσμο και για την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρασία. Εξέλιξη, που θα προκαλούσε αναπόφευκτη ένταση και στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Ωστόσο, μια τέτοια εκδοχή εξαρτάται από το βάθος και το βαθμό που η Ευρώπη αναπτύσσει την πολιτική και αμυντική της ταυτότητα. Βεβαίως, προς το παρόν, τούτο είναι θεωρητικό μόνο ενδεχόμενο. Η Ευρώπη, παρά την οικονομική της δύναμη, τη σημαντική δημοσιονομική της ολοκλήρωση αποτελεί de factο ένα στρατιωτικό προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμμαχία (Ν.Α.Τ.Ο.) δε λειτουργεί με ίσους όρους. Υπάρχει μια τόσο έντονη ασυμμετρία δυνάμεων, τέτοια ώστε, το μόνο δυνατό ενδεχόμενο είναι να αυξηθεί περαιτέρω υπέρ των Η.Π.Α.4 Είναι τόσο πρωτοφανής η προβολή της αμερικανικής ισχύος και η τεχνολογική της πρωτοπορία σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία και η πληροφορική, ώστε είναι απίθανο για την Ευρώπη να καλύψει, στο εγγύς μέλλον, τη διαφορά της με τις Η.Π.Α. Το περισσότερο που μπορεί να συμβεί είναι μια πολιτειακή οργάνωση και συνάμα μια σημαντική, σε παγκόσμιο επίπεδο, ενιαία οικονομία (ακόμη και αυτή η «σταθερά» δοκιμάζεται από την παρούσα κρίση), που όμως ως πολιτειακή οργάνωση δε θα διαθέτει τη συναισθηματική και ιδεαλιστική αφοσίωση όπως θα εκφραζόταν σε μια πολιτική αξία καθολικής ισχύος  που θα παρείχε ένα φιλοσοφικό άλλοθι και ένα ελκυστικό αναγνωριστικό στοιχείο ενός έθνους – κράτους.5 Η Ε.Ε. δεν μπορεί να υπερβεί τον οικονομικό ρεαλισμό, όπως εκφράστηκε ιδρυτικά στη συνθήκη της Ρώμης το 1957, Οι πολιτειακές μορφές που δικαιώνουν την ύπαρξή τους σε οικονομικά προτάγματα μπορούν μεν να δημιουργήσουν μια κοινότητα ισότιμης συμμετοχής, όχι όμως και τις αναγκαίες εκείνες ηθικο-ιδεαλιστικές προσηλώσεις στην έννοια της πατρίδας. Ποιος, αλήθεια, Ευρωπαίος θα θυσίαζε τη ζωή του για την ευρωπαΐκή πατρίδα της οποίας τα «δίκαια» διακυβεύονται στα σύνορα της Τουρκίας π.χ από τους Κούρδους του Β. Ιράκ;

Πέραν, όμως, του πραγματισμού που διέπει τις αμερικανικές θέσεις για Την Ε.Ε, οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν πάντα με μια «αφελή» αθωότητα την επιθυμία των Ευρωπαίων για αυτόνομη διεθνή παρουσία. Αυτό έχει να κάνει με το κοινό φαντασιακό υπόστρωμα, το κοινό σύστημα αξιών και την κοινή πολιτειακή τους θέσμιση. Οι Αμερικανοί δεν έχουν ξεχάσει ότι είναι έθνος προσφύγων. Ότι αποτελούν απόγονο μιας συγκεκριμένης νησιωτικής δύναμης η κληρονομιά της οποίας είναι εμφανής στις πολιτικές δομές, στους μηχανισμούς Δικαίου, στις πολιτικές ελευθερίες, στη γλώσσα.

Αλλά και πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις πιστοποιούν ότι ο φόβος για την ανεξαρτητοποίηση της Ευρώπης είναι υπερβολικός,6 πρώτον γιατί η διατλαντική σχέση αποτελείται από ένα ευρύ δίκτυο επικαλυπτόμενων πολυμερών διαύλων επικοινωνίας και διαβουλεύσεων, που έχουν οικοδομηθεί σε μια διαχρονία και, που σε τελική ανάλυση, κατοχυρώνουν την επιρροή των Η.Π.Α. επί της Ευρώπης7, δεύτερον, γιατί η ιστορία των σχέσεων Η.Π.Α.-Ευρώπης έχει αναδείξει ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο , την καχυποψία της Ουάσιγκτον, σε κάθε εγχείρημα εμβάθυνσης, διαδέχεται η συνειδητοποίηση ότι τέτοιες κινήσεις είναι auto da fait της Ευρώπης στον ατλαντικό δεσμό, τρίτον, γιατί οι Ευρωπαίοι πολύ δύσκολα θα θυσίαζαν τις πρόνοιες του κοινωνικού τους κράτους για χάρη των αμυντικών τους δαπανών, τέταρτον, γιατί ο ρόλος της Ευρώπης δεν γίνεται αντιληπτός ως μηχανισμός συσσώρευσης και προβολής ισχύος, αλλά κατά το μάλλον ή ήττον, μέσο ελέγχου και αποτροπής της γεωπολιτικής ισχύος εντός της.

Σε τελική ανάλυση, μια «ολιστική» οπτική ενός «καχύποπτου» εταίρου, όπως οι Η.Π.Α, δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι η Ε.Ε υπό την καθοδήγηση της Γερμανίας και της Γαλλίας, έχει αναδυθεί ως οικονομικός πλανητικός γίγαντας, που αμφισβητεί, τουλάχιστον, την εμπορική κυριαρχία των Η.Π.Α, ότι η Γερμανία οδηγεί την ευρωπαΐκή «λοκομοτίβα» και μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα έχει σημαντική παρουσία στον ευρασιατικό ανταγωνισμό για τους ενεργειακούς πόρους, δεν μπορεί να λησμονεί ότι η Γερμανία προωθεί από την αρχή της δεκαετίας του ’90 μια ρωμαλέα εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια8 και ότι στο πλαίσιο αυτό, η υπό την ηγεσία της Γερμανίας διεύρυνση προς ανατολάς και προς νότο, οργανώθηκε στο γεωπολιτικό άξονα μιας οικονομικής πλέον drag nach osten και τούτο είναι απολύτως ευδιάκριτο για τα γεωστρατηγικά think tank των Η.Π.Α. Το κρίσιμο στοιχείο για τους Αμερικανούς δεν είναι να ακυρώσουν τη διεύρυνση ή τη διείσδυσης του γερμανικού παράγοντα-άλλωστε ούτε επιθυμούν, ούτε μπορούν να είναι μόνες-αλλά το πώς η διαδικασία αυτή θα παραμένει υποταγμένη στα στρατηγικά τους συμφέροντα, υποστασιοποιώντας το δόγμα του Λόρδου Ismay: Η Αμερική μέσα, η Ρωσία έξω και η Γερμανία κάτω». Και ο καλύτερος τρόπος να διασφαλιστεί αυτό είναι να εμποδιστεί η Ε.Ε να επιτύχει την πολιτική και αμυντική της ενοποίηση. Η στοχοποίηση της Ελλάδας και εν γένει της ομάδας των αποκαλούμενων P.I.G.S από κοινού από τη Γερμανία και τους «ατλαντικά» ελεγχόμενους πιστωτικούς κολοσσούς δείχνει ότι η αποδόμηση της Ε.Ε δεν είναι απίθανη.

Η Τουρκία στη Ε.Ε. Κίνδυνος και ευκαιρία

Στη δεκαετία του ’90, ως επακόλουθο των διεθνών δονήσεων που συνόδευαν το τέλος του ψυχρού πολέμου, αποκρυσταλλώθηκε στη Ε.Ε η πεποίθηση της αυξανόμενης στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας. Για τους Ευρωπαίους η Τουρκία είναι μια περιφερειακή δύναμη στο επίκεντρο μιας περιοχής με αυξανόμενη αστάθεια. Παράλληλα η ίδια «σαφώς» επιθυμεί να ευθυγραμμιστεί με δυτικά πρότυπα οικονομίας και κοινωνίας, και ως εκ τούτου εμπεδώνεται στη στρατηγική σκέψη της Ευρώπης ότι η χώρα αυτή δεν πρέπει να αγνοηθεί στο σχεδιασμό της Νέας Τάξης πραγμάτων. Ειδικά μετά την κρίση στο Κόσοβο9 και την ανάδειξη με τραυματικό τρόπο των αδυναμιών του αμυντικού βραχίονα της ΕΕ πολλοί αναλυτές θεώρησαν την Τουρκία ως αναπόσπαστο φορέα στο σύστημα ευρωπαΐκής ασφάλειας10, εφόσον οι στρατιωτικές της δυνατότητες είναι προφανείς11. Αν σε αυτό προστεθούν οι οικονομικές ευκαιρίες που προσφέρει η αγορά της για εξαγωγές και επενδύσεις, γίνεται φανερό το γιατί οι πολιτικές ελίτ της Δύσης επιθυμούν μια επανατοποθέτηση της σχέσης Ε.Ε – Τουρκίας στην προοπτική της πλήρους ένταξης της δεύτερης στις δομές της πρώτης. Πρέπει να προσεχτεί στο σημείο αυτό ότι οι όποιες αντιστάσεις στην πλήρη ένταξη, τόσο από την πλευρά σημαντικών εταίρων (Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία κ.λ.π), όσο και από εγγενείς δυνάμεις του τουρκικού καθεστώτος δεν είναι ορθό να ερμηνευτούν στη βάση του πολιτικού μανιχαΐσμού, άλλά ως πολυδύναμη και εντόνως ενδεχομενική διαδικασία ενσωμάτωσης.

Δεν πρέπει να διαφύγει ότι κάθε διεύρυνση της ΕΕ, σε προτελευταία, εσαεί, ανάλυση, αποτελεί μια μορφή νεοαποικισμού στο βαθμό που οι Βρυξέλλες εξάγουν ενωσιακές μεθόδους οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης μέσω αυτού που αποκλήθηκε «πολιτική της αιρεσιμότητας» (conditionality Principle)12. Με άλλα λόγια η διεύρυνση αποτελεί άσκηση ισχύος, μεθόδευση από την οποία δεν εξαιρείται και η Τουρκία της οποίας, άλλωστε, η ένταξη υποστηρίζεται για λόγους που σχετίζονται με τον ιμπεριαλιστικό-νατοΐκό αταβισμό των νεοταξικών δυνάμεων13, όπως είπαμε. Είναι ανάγκη να γίνει κατανοητή η οικονομική φύση της ΕΕ εις τρόπον ώστε από τη μια να ασκεί αυτοτελή πολιτική ισχύος και από την άλλη να υπηρετεί τον μετασχηματισμό της σε διεθνές υβρίδιο καπιταλιστικής υπεραγοράς και ως τέτοια να αυτομηδενίζει τον στρατηγικό της στόχο περί πολιτικής ενοποίησης.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ερμηνείας η απροθυμία των τουρκικών ελίτ να ενσωματώσουν το ευρωπαΐκό κεκτημένο, επιτείνει ισοβαρώς τον σκεπτικισμό των ευρωπαΐκών ελίτ. Ήδη η δεκάχρονη διαδικασία ένταξης έχει φτάσει σε οριακό σημείο: μόνο έντεκα από τα 35 κεφάλαια έχουν ανοίξει και μόνο ένα έχει κλείσει14, οι τελευταίες εκθέσεις της ευρωπαΐκής επιτροπής επισημαίνουν σε όλους τους τόνους ότι ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων δε συνάδει με τις προσδοκίες της ΕΕ. Η Τουρκική οικονομία παρά τη σκληρή δημοσιονομική πολιτική που ακολούθησε μετά την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), τη γρήγορη αναδόμηση του τραπεζικού τομέα και γενικότερα τις μεταρρυθμίσεις που θα έθεταν τη χώρα σε διαδικασία αποδόμησης του υπάρχοντος συστήματος, παραμένει ευάλωτη τόσο στις διεθνείς αναταράξεις, όσο και σε εκείνες που σχετίζονται δομικά προβλήματα15 (παραοικονομία, δημοσιονομική απειθαρχία, γραφειοκρατία, ισχυρή παρουσία του στρατιωτικοπολιτικού κατεστημένου, την ύπαρξη ενός λούμπεν ισλαμικού προλεταριάτου), πράγμα που εμβάλλει ανησυχία στην Κομισιόν για το βαθμό ανταπόκρισης της τουρκικής οικονομίας στα αυξημένα φορτία ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ. Βεβαίως οι Ερντογκάν-Νταβούτογλου διακηρύσσουν τη σταθερή τους δέσμευση στην πορεία ένταξης λέγοντας εμφατικά ότι κάθε συζήτηση περί του αντιθέτου είναι απλώς διανοητική άσκηση και πως οι όποιες καθυστερήσεις πρέπει να αποδοθούν στην εσωτερική σύγκρουση με το συντηρητικό κεμαλικό καθεστώς, όπως αδιάψευστα έδειξαν η παρακρατική δράση της εργκένεκον και η υπόθεση μπαλιούζ (βαριοπούλα) και σίγουρα η ενεργειοβόρα διαχείριση του κουρδικού.

Βεβαίως οι γνωρίζοντες «Τουρκία», ξέρουν πολύ καλά ότι η Τουρκία διαρκώς μεταρρυθμίζεται και διαρκώς μένει η ίδια. Από την εποχή του Χάτι ι χουμαγιούν στα μέσα της δεκαετίας του 1830 (19ος αι!) μέχρι σήμερα η χώρα αυτή βιώνει ένα αδιάλειπτο τανζιμάτ το οποίο εκφράζεται εμμονικά εντός ενός κλειστού θεσμικού κύκλου με μοχλό τις ένοπλες δυνάμεις, τη γραφειοκρατία, τη δικαιοσύνη και υπομόχλιο τα νομιμοπαράνομα ισλαμικά τάγματα (tarikat). Δεν έχει υπάρξει ούτε ένα ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος που να μην ανήκε σε κάποια ισλαμική αδελφότητα, από τον ακραιφνή ισλαμιστή Ερμπακάν έως τον εξίσου ακραιφνή εθνικιστή Τουρκές και ολόκληρη την κεντρώα ισλαμοκεμαλική γκάμα πολιτικών. Εκκοσμίκευση και ισλαμισμός είναι οι δύο ιδρυτικές συνιστώσες από την ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας μέσα από τα κινήματα των δυτικοτραφέντων νέων οθωμανών (μέσα 19ου) και των παντουρκικών απόψεων του Γκιοκάλπ, την ίδια περίοδο, που μπόλιασαν το νεοτουρκικό κίνημα. Ακόμη και η κατάργηση του χαλιφάτου και οι απηνείς διώξεις της θρησκείας από τον Κεμάλ ουδέποτε αμφισβήτησαν τον ισλαμικό χαρακτήρα της χώρας αυτής. Μάλλον πρέπει να οδηγηθούμε στη θεωρία της αναδιάταξης δυνάμεων. Ποτέ η Τουρκία δεν έπαψε να είναι ένα κεντρικό κράτος της ισλαμικής συνδιάσκεψης και ταυτόχρονα εντός των πιο καθαρών ευρωατλαντικών θεσμών.

Ειδικά σήμερα σε ένα κόσμο που μεταβάλλεται επιταχυνόμενα από τη δομική κρίση του νεοφιλελευθερισμού θα ήταν πολιτική αβελτηρία να παραγνωριστεί η νέα εκδοχή του ισλαμοκεμαλισμού. Άλλωστε η ίδια η Τουρκία φροντίζει προς πάσα κατεύθυνση να διαμηνύει ότι δεν είναι μια χώρα στις «παρυφές» της Ευρώπης, αλλά το κράτος καρδιά της ευρασίας, με αυξανόμενη οικονομική διείσδυση στην κεντρική Ασία, στον Καύκασο κ.λ.π, που υλοποιεί τον ευρασιατικό και συνάμα νεοοθωμανικό στόχο που ο Νταβούτογλου ορίζει ως «στρατηγικό βάθος»16. Με όλους τους τρόπους η Τουρκία προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι μια ηγεμονική secular δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου (sic), ένας αυτόνομος πόλος ισχύος από τα Βαλκάνια (ισλαμικό τόξο) μέχρι το Σικιάγκ, το ανατολικό σύνορο της τουρκικής εθνότητας.

Είναι φανερό ότι η πολιτική της αυτή την καθιστά απαραίτητη στον γεωπολιτικό άξονα της δακτυλίου ζώνης (rimland). Όσο όμως επικίνδυνη θα ήταν η υποτίμηση της προΐούσας ενδυνάμωσης της Τουρκίας, άλλο τόσο λανθασμένη θα ήταν η θεώρηση δυνητικών ικανοτήτων ως πραγματικών, εφόσον η παγίωση μιας διεθνούς ηγεμονίας είναι μια πολυεπίπεδη και μακρά διαδικασία που απαιτεί ισχυρότατη ηγεμονία και παγιωμένη συναίνεση στο εσωτερικό και, βεβαίως, κανένα εκ των δύο δεν έχει επιτευχθεί. Αφενός ο καταστατικός καιροσκοπισμός του καθεστώτος που ανάγεται στον ιδιότυπο γενετικό συγκρητισμό του οσμανικού κράτους (τουρανικές και δάνειες βυζαντινές δομές εξουσίας, νομιμοποιημένες στο ισλάμ. Θέμα άλλης συζήτησης) και αφετέρου το αυτοκρατορικό της φαντασιακό-και δικαίως αφού όσο η Τουρκία δεν επεκτείνεται κινδυνεύει- την φέρνουν αντιμέτωπη με την υπερδύναμη, που «φοβάται» τον άξονα Τουρκίας – Ιράν που διαρρυγνύει τον αντιβαλιστικό εγκιβωτισμό του Ιράν, την όψιμη «φιλία» με τη Ρωσία (στην πραγματικότητα τακτικού χαρακτήρα. Η Τουρκία θα είναι πάντα στρατηγικός εχθρός για τους Ρώσους), την επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ, που καταργεί το στρατηγικό του βάθος (ποτέ δεν θα ξαναγίνουν όπως πριν) και πάνω από όλα η απαγόρευση διέλευσης της 4ης μεραρχίας στον πόλεμο με το Ιράκ που έχει καταγραφεί ανεξίτηλα στη θεσμική μνήμη των Η.Π.Α και αποδεικνύει στους Αμερικανούς ότι η Τουρκία έχει δική της αντζέντα.

Η διεθνής συγκυρία επιτάσσει, όσο ποτέ τα τελευταία 20 χρόνια, να τεθεί επί τάπητος το βαρυσήμαντο αίτημα, σοβαρών διανοουμένων και πολιτικών, του επαναπροσδιορισμού της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Είναι προς το συμφέρον της Ε.Ε η εκροή (κοινοτικές επιδοτήσεις) 25 δις. Ευρώ από τα ταμεία των Βρυξελλών και εν μέσω κρίσης; Πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη στις βαρύτατες δημογραφικές, ανρωπογεωγραφικές, γεωπολιτισμικές επιπτώσεις μιας τουρκικής ένταξης (10.000.000 – 20.000.000 μουσουλμάνοι μετανάστες εξ Ανατολίας); Ποιο ιδεολόγημα περί political correctness θα δικαιολογήσει στους ευρωπαΐκούς λαούς τον ενταφιασμό του ονείρου της πολιτικής ένωσης και του κοινού αισθήματος του ανήκειν; Με ποιους ψυχολογικούς μηχανισμούς θα μετασκευαστεί το ριζικό φαντασιακό λαών που οικοδόμησαν την ταυτότητά τους ακριβώς στην αντιπαραβολή με τον «αιώνιο Τούρκο» – Άλλο; Ποια το όρια αντοχών των ηγεμονικών ευρωπαΐκών δυνάμεων στην επιβολή του δημογραφικού όγκου και του ανάλογου ειδικού βάρους της Τουρκίας στα ευρωπαΐκά όργανα, στην αναβάθμιση της σε ενδο-ευρωπαΐκή υπερδύναμη, στη μετατροπή της Ε.Ε σε μια ευρω-ισλαμική ζώνη ελεύθερου εμπορίου Eurabia, στη μείωση του γεωπολιτικού και γεωπολιτισμικού ισοζυγίου σε βάρος της; Τέλος και κυρίως ποια θα είναι η θέση της Ελλάδας (και της Κύπρου) απέναντι σε μια δραματική αύξηση της διαφοράς δυναμικού σε βάρος μας;

Σημειώσεις

  1. Μάζης Ι. «Γεωπολιτική θεωρία και πράξη» σ.135 εκδ. Παπαζήση
  2. Αθανασόπουλου Ε. άρθρο στο συλλογ. Έργο «Η σύγχρονη Τουρκία» σ.375 εκδ. Παπαζήση
  3. Φούσκα Β. «Ζώνες πολέμου, σ.239 εκδ. Παπαζήση
  4. Brzezinski S. «Η γεωστρατηγική τριάδα», σ.51, εκδ. Τσακαλογιάννη
  5. Brzezinski S. οπ σ.53
  6. Nay N. άρθρο στο συλλογ. «Η ευρωπαΐκί πολιτική άμυνας και ασφάλειας σε σταυροδρόμι» σ. 37
  7. Kupcham C. A άρθρο οπ σ. 96
  8. Εν πολλοίς το οικονομικό «θαύμα» της Ε.Ε. οφείλεται στο γεγονός ότι οι αμυντικές δαπάνες ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Λιγότερο του 2% του προΰπολογισμού
  9. Η αμερικανική επέμβαση στο Κόσοβο έγινε ουσιαστικά για τον έλεγχο της σημαντικής διόδου πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθως επίσης της στρατηγικής γέφυρας μεταξύ δυτικής και ανατολικής ευρασίας. Η αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος στα Βαλκάνια συνιστά, συν τοις άλλοις, και ανάχωμα στη γερμανική επέκταση προς νότον.
  10. Στον αντίποδα ο αποκλεισμός ενός τέτοιας σημασίας παράγοντα από τις δομές της ευρωπαΐκής ασφάλειας θα συνεπαγόταν κινδύνους, ενώ η ενσωμάτωσή του θα επέτρεπε στην Ε.Ε να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της αξία. Κατά την M.M Bac, έκθεση Hurd βλ. αρθ. Καζάκου Π. «Η ευρωπαίκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας σε σταυροδρόμι» ο.π. σ. 348 η γεωγραφική αξία της Τουρκίας σχετίζεται με το ρόλο της στρατιωτικής βάσης του Ιncirlic και την εγγύτητά της με εμπόλεμες ζώνες, το Ισραήλ, παλαιστήνη, Αίγυπτο στα πλαίσια της ευρωμεσογειακής συνεργασίας (διαδικασία Βαρκελώνης), φυσικά με τα Βαλκάνια και τη ραγδαία εξέλιξή της σε τερματικό ενεργειακό σταθμό.
  11. Κατά την M.M. Bac «Ο ρόλος της Τουρκίας στην ΚΕΠΠΑ» συλλ. ο.π. σ. 150 η Τουρκία έχει το δεύτερο σε μέγεθος στρατό του Ν.Α.Τ.Ο με τις μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, διαθέτει τον 6ο μεγαλύτερο μόνιμο στρατό στον κόσμο και είναι ο μεγαλύτερος αποδέκτης συμβατικών όπλων μετά την Ταΐβάν και τη Σαουδική Αραβία.
  12. Γουλιάμου Κώστα άρθ.Monthly Review Ν61 Ιανουάριος 2010 σ. 18
  13. Γουλιάμου ο.π σ.18
  14. Αλειφαντή Στέλιου Monthly Review ο.π σ.5
  15. Forost “EU Member Turkey. Preconditions, conceqenes and integration alternatives”. Wolfgang Quasier-Steve Wood Forost Arbeitspapier Nt 25 Octomber 2004
  16. Γουλιάμου ο.π. σ. 20
Μάι.
31

Του Γιάννη Ναστούλη

Η παρούσα οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια τα πάγια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, έτσι ώστε κάθε απόπειρα που θα διεκδικούσε μια ικανοποιητική προσέγγιση του ελληνικού προβλήματος οφείλει να εγκύπτει στα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν την «ιδρυτική πράξη» του νέου ελληνικού κράτους. Ενός κράτους που προέκυψε ως τερατογενετικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προοδευτικών, κυρίως στην οθωνική περίοδο, πολιτειακών θεσμών (κοινοβουλευτισμός και καθολική ψηφοφορία) με τις πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις και αξίες του οθωμανικού φεουδαλισμού. Όταν όμως μεταφέρονται πατριαρχικές αντιλήψεις και οι ομότροποι με τις αντιλήψεις αυτές εθισμοί βίου από την κοινωνία στην πολιτική, γεννιέται ένα ιδιόμορφο πλέγμα εξαρτήσεων στον άξονα προστασίας-υπακοής που αποκλήθηκε πελατειακή σχέση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού είναι αναπόφευκτη, ειδικά όταν σε συνθήκες οικονομικής καχεξίας εκείνο που μπορεί να εκποιηθεί είναι οι κρατικές θέσεις. Το δυστύχημα ήταν ότι την εκποίηση δεν την ανέλαβε μια εξορθολογισμένη αστική τάξη, όπως στην Ευρώπη, αλλά τα πολιτικά «τζάκια» των οποίων ο προαστικός και πατριαρχικός χαρακτήρας λειτούργησε δεσμευτικά και «υποδειγματικά» για όλες τις ελληνικές παρατάξεις μέχρι σήμερα, ανεξάρτητα από τα εκάστοτε ιδεολογικά πρόσημα. Η διόγκωση του κράτους για λόγους κομματικού οφέλους υπήρξε, άμεσα ή έμμεσα, έργο όλου του πολιτικού φάσματος. Όλα τα κόμματα υπήρξαν εξ υπαρχής   εξίσου κρατιστικά, ανεξάρτητα από το πώς αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των ιδεολογικών και προγραμματικών τους αρχών. Από τη συνάντηση, λοιπόν, του ανθρώπινου τύπου που «εκκολάφθηκε» σε προκρατικό περιβάλλον με τους νεωτερικούς θεσμούς διοίκησης, προέκυψαν συνδυασμοί ιλαροτραγικοί που συνιστούν το νεοελληνικό παράδοξο.

Η μεγάλη ζήτηση κρατικών θέσεων, ενώ δημιουργούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, τις προϋποθέσεις αξιοκρατίας, στην πράξη φιλτραρισμένη από τον κυρίαρχο  πελατειακό μηχανισμό διανομής οδήγησε στην εξαμβλωματική αύξηση θέσεων πέρα από τα όρια των λειτουργικών αναγκών του κράτους. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της «μεγαθυμίας» του κράτους ήταν οι «μίζεροι» μισθοί του Δημοσίου, παράδοση έκτοτε, και η εμπέδωση της λαϊκής φαντασίας ενός παντοδύναμου κράτους-τροφού με ανεξάντλητη ικανότητα να βολεύει τους πάντες και τα πάντα. Επειδή όμως η υπερτροφία νομοτελειακά φέρνει δυσκαμψία και αυτή, την αναποτελεσματικότητα, διαμορφώθηκε ένας άτυπος και πολυσχιδής μηχανισμός αντιρρόπησης που ανέδειξε το «παραθυράκι», το ρουσφέτι, το λάδωμα, την «εξατομίκευση», εν τέλει, του κάθε προβλήματος και της κάθε λύσης, έτσι που κάθε απόπειρα μακρόπνοης συλλογικής συσπείρωσης να υποθηκεύεται από προσωπικά «δίκτυα».

Η αλληλεξάρτηση αυτή οδήγησε σε έναν ιδιότυπο συμβιωτισμό κράτους-κοινωνίας, με το πρώτο να ζει παρασιτικά στο σώμα της δεύτερης μέχρι την τελική της απορρόφηση ή, αν θέλετε, σε ένα σαδομαζοχιστικό δίπολο με μια αέναη διαδοχή ρόλων στοργής και τυραννίας. Και όλα αυτά την ώρα που η διάκριση κράτους-κοινωνίας στη Δύση τροχοδρομούσε την απογείωση της βιομηχανίας και μιας σφύζουσας αστικοποίησης, που εδώ χάθηκε, ημιτελής, στα γρανάζια μιας γραφειοκρατίας η οποία δεν μπόρεσε να υποκαταστήσει την έλλειψη μιας κυρίαρχης, συνεκτικής από ιδεολογική και παραγωγική άποψη τάξης.

Μιλώντας με όρους κοινωνικής ανθρωπολογίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη Δύση συνέβηκε εσωτερίκευση των θεσμών από τον άνθρωπο, ώστε έγινε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό του. Η εξατομίκευση στη Δύση λειτούργησε ταυτόχρονα ως ατομική αυτοέκφραση και σκληρότητα θεσμού, μεταξύ αναρχίας και αυτοκαταναγκασμού διότι απλούστατα εκεί ο θεσμός βιώνεται ως δικός τους. Με άλλα λόγια εκεί το κοινωνικό συμβόλαιο υπήρξε προΰπόθεση της εξατομίκευσης. Και βεβαίως είναι τούτο άμεσα συναρτημένο με το υπερασκητικό υπόβαθρο του καπιταλισμού, όπως έδειξε ο Μαξ Βέμπερ. H καθοσίωση της εργασίας κυρίως σε σκληροπυρηνικές προτεσταντικές κοινότητες, όπως οι Καλβινιστές και οι Μεθοδιστές και η αποτελεσματικότητα σε αυτήν (κέρδος-συσσώρευση κεφαλαίου) έγινε  αντιληπτή ως ευλογία Θεού. Σε εμάς, μετά την επανάσταση του 1821δεν υπήρξε το αναγκαίο φορτίο κοινωνικής οντολογίας διότι απλούστατα η Ελλάδα εντός οθωμανικής αυτοκρατορίας στερήθηκε την αυτοτελή κρατικο-κοινωνική της υπόσταση. Η βυζαντινή (και μετέπειτα οθωμανική-ελληνική) κοινότητα, ήταν υπαρξιακού χαρακτήρα κοινωνία που δεν υποβαστάζεται θεσμικά, αλλά βρίσκει τη δικαίωσή της στη διανθρώπινη «σχέση». Δεν είναι τυχαίος ο φορολογικός θεσμός του «αλληλέγγυου» επί Βασιλείου Β΄. Το άτομο ζώντας μέσα στο εμπειρικό περιβάλλον σχέσεων στέρησε τη λεγόμενη ανατολική εξατομίκευση από το να εκφραστεί κρατικοθεσμικά. Στη Δύση το χωρίς εμείς Εγώ, το υπερεξηρημένο του φυσικού Εγώ, όπως εκφράστηκε από το καρτεσιανό cogito εδρασμένο στο ανθρωπολογικό υπόβαθρο της αυγουστίνειας και θωμιστικής αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι πρωτίστως ψυχή, με άλλες λέξεις  το άτομο πάνω από την κοινότητα, οδήγησε στον homo clausus, στο εγκιβωτισμένο Εγώ άριστα προετοιμασμένο να ζήσει σε πλήρως εξορθολογισμένα, πειθαρχημένα και απρόσωπα θεσμικά μορφώματα. Αντίθετα το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε ιδρυτικά με την πρόθεση να είναι κάτι έξω από αυτό που μπορούσε να είναι. Έτσι εξηγείται η διπλή στάση του νεοέλληνα απέναντι στον κρατικό θεσμό: τον υπονομεύει και τον αποθεώνει ταυτόχρονα και η αδυναμία της νεοελληνικής κοινωνίας να γίνει μια θεσμική κοινωνία, παραμένοντας εσαεί φαντασιακή. Μια κοινωνία καθηλωμένη σε μεσαιωνικά-ησυχαστικά σχήματα σκέψης που λειτούργησαν απαγορευτικά για τη δόμηση ενός οντολογικά αυθυπόστατου εαυτού στο επίπεδο της πραγματικότητας κατά το ανθρωπιστικό-εκκοσμικευτικό πρότυπο της Δύσης. Σε αυτήν την κατάσταση «ελλείποντος» εαυτού εγκλωβισμένος στην ιδεαλιστική-συμβολική σχέση με το ριζικό Άλλο, το Θείον και με ό,τι το υποκαθιστά: κράτος, οικογένεια, ένδοξο παρελθόν κ.λ.π  έμαθε στο θεωρείν και όχι στο πράττειν. Σπεύδω να δηλώσω ότι η διαπίστώσεις αυτές δεν έχουν αξιολογική χροιά.

*

Οι ραγδαίες ανακατατάξεις μεταπολεμικά και κυρίως μετά τον εμφύλιο σηματοδότησαν τη μετάβαση από το καθεστώς προστασίας-πελατείας και της «νόθας» αστικοποίησης στο καθεστώς μιας εξίσου «νόθας» μαζικής δημοκρατίας που ανίκανη να απαλλαγεί από τις νοοτροπίες που κληρονόμησε, επέτεινε τις διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος. Ο εξίσου εξαμβλωματικός εκσυγχρονισμός του ΄50 και ΄60, παρά την πρόσκαιρη εκβιομηχάνιση μέχρι το 1974, περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα ήταν δεύτερη χώρα σε ρυθμό ανάπτυξης παγκοσμίως, οδηγήθηκε σε κατάρρευση από τα χτυπήματα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1973, από την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών μετά τη μεταπολίτευση, γιατί όχι και από την πίεση του ελεγχόμενου από την αριστερά μαζικού κινήματος που θα εκφραστεί στην πρωτότυπη κοινωνική ταξινομία του Ανδρέα Παπανδρέου σε προνομιούχους και μη προνομιούχους με κριτήριο την κατοχή «τίτλων» κρατικής εκποίησης.

Άμεση συνέπεια του νέου υποδείγματος «συσσώρευσης» που υιοθετείται μετά το 1981 ήταν η οικοδόμηση ενός νέου μοντέλου κοινωνικής ισορροπίας με πυλώνες τις αυξήσεις αποδοχών, τη δημιουργία στοιχειώδους, έστω, κοινωνικού κράτους, το διπλασιασμό των δημοσίων υπαλλήλων και την αύξηση της ζήτησης. Και επειδή τίποτε στην οικονομία δεν έχει μεταφυσική διάσταση, το «θαύμα» αυτό επιτυγχάνεται δια του δημοσίου δανεισμού που αυξάνει από το 25% του ΑΕΠ, το 1980, σε πάνω από το 100% το 1990 και φυσικά των κοινοτικών κονδυλίων. Την ίδια στιγμή η βιομηχανική και αγροτική παραγωγή καταρρέουν κυρίως από τον ανταγωνισμό της ΕΕ, η σχέση εξαγωγών-εισαγωγών εξωθείται στο 1 προς 5, ειδικά μετά την ΟΝΕ. Ο δομικός παρασιτισμός των οικονομικών ελίτ εξαπλώνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Το παραγωγικό ήθος και το αποταμιευτικό έθος υποκαθιστά η παροξυσμική και συνάμα ψυχαναγκαστική κατανάλωση προϊόντων και χρήματος. Εμφανίζεται μια νεόφερτη κρατικοδίαιτη και παρασιτική επιχειρηματική τάξη και ένας εσμός ημετέρων και «κουμπάρων» που ζουν από το κράτος-ξενιστή.

Η διανομή-κατοχή κρατικών θέσεων έφθασε σε τέτοιο σημείο «υπερχείλισης», που έγινε φαντασιακή εμμονή μιας κοινωνίας που αρνείται να αναλάβει το διακύβευμα του εκσυγχρονισμού της, ώστε επεκτάθηκε στον ίδιο τον αναπαραγωγικό της μηχανισμό, την παιδεία. Υπό το πρόσχημα «παιδεία για το λαό», εκποίησαν τους πανεπιστημιακούς τίτλους με την αθρόα εισαγωγή φοιτητών και τη σκανδαλώδη ίδρυση ΑΕΙ και ΑΤΕΙ, ώστε κάθε πόλη απέκτησε το ΑΕΙ της και κάθε κώμη το παράρτημα. Έτσι η χώρα πιστή στην παράδοση του ελληνοκεντρισμού, ήτοι την ορθοδοξία (περιφρόνηση των εγκοσμίων) και την αρχαιολατρία (υπεροχή του θεωρητικού βίου), ανάμεικτο βεβαίως με ολίγη προτεσταντική utilitas, έγινε το πλέον «υπερεκπαιδευμένο» έθνος του κόσμου, εφ’ όσον κάθε οικογένεια έχει να δείξει τον δικό της επιστήμονα.

Πολύ σύντομα όμως το σύστημα κήρυξε sold out και χιλιάδες πτυχιούχοι βρέθηκαν με πληθωριστικά παραστατικά ανά χείρας και με ένα υπερτροφικό Εγώ που προτιμά την αξιοπρεπή πενία από τη χειρωνακτική δουλειά. Άλλωστε αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο πόσα έχεις, αλλά πόσα μπορείς να καταναλώσεις και για τούτο φροντίζουν οι τράπεζες και οι μηχανισμοί κοινωνικής χειραγώγησης που εξέθρεψαν τον εγχώριο ακραίο τύπο του homo consumens και τις εγχώριες παρασιτικές ελίτ βεβαίως, που καλόμαθαν να εκλογικεύουν ή να απωθούν την απλή αλήθεια ότι ο μόνος δρόμος για υγιή ανάπτυξη είναι ο δρόμος της εντατικής εργασίας και της μερικής στέρησης, ότι η ανάπτυξη γίνεται μόνο με παραγωγικές επενδύσεις και αυτές μόνο με μείωση της κατανάλωσης, προπαντός αγαθών εισαγόμενων, με εισαγόμενο χρήμα. Αλλιώς η λήψη των αποφάσεων εκχωρείται στους δανειστές και στους ποικιλώνυμους γκαουλάϊτερ. (Το άρθρο γράφτηκε πριν την προοπτική και τελικά την προσφυγή στο ΔΝΤ. Το πολιτικό προσωπικό, όπως προσφάτως λέγεται, δεν τα κατάφερε. Αλήθεια εμπίπτουν στην έννοια του προσωπικού ηγέτες όπως ο Καποδίστριας, ο Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου; Εκείνοι υπήρξαν πολιτικές προσωπικότητες και όχι προσωπικό, πολιτικοί ηγέτες και όχι εντολοδόχοι. Δυστυχώς η χώρα ήδη κηδεμονεύεται από τη γνωστή «συμμορία» των χρηματιστών της  wall Street και της Goldman Sachs, που αφού στοχοποίησαν τον αδύναμο κρίκο της Ευρωπαΐκής Ένωσης με την εκούσια (εσχάτη προδοσία) ή ακούσια (πολιτική ιδιωτία) συνέργεια ευένδοτων κυβερνήσεων, την μετέτρεψαν σε χωματερή των τοξικών αποβλήτων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ρίχνοντας το λαό στην πιο φριχτή ταπείνωση).

Και είναι αδήριτα σίγουρο ότι η απώλεια της οικονομικής αυτοδυναμίας ακολουθείται από αναθεωρήσεις στο γεωπολιτικό πεδίο.

Το θέμα, όμως, δεν είναι η καταθλιπτική διαπίστωση των δημοσιογραφούντων για την αδυναμία θέσμισης ενός κράτους ευρωπαϊκών προδιαγραφών, ούτε εκείνη των επιστημόνων της πολιτικής, ότι δηλαδή το ελληνικό κράτος δομήθηκε βολονταριστικά και όχι ως φυσική διαδικασία καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, ότι η διαδικασία αυτή προσέκρουσε τελικά στους εγγενείς «αναχρονισμούς, στους κοινωνικούς αυτοματισμούς και στις θρησκευτικές προσηλώσεις που ανέδειξαν το ελληνικό παράδοξο, όπως είπαμε, αλλά αν μπορεί να υπάρξει «ελληνική πρόταση» που να λειτουργήσει ως πυλώνας ή έστω ως αντέρεισμα στην οικοδόμηση της νέας εποχής. Μπορεί η ανυπόληπτη Ελλάς να ξανακερδίσει την πολιτική της αυτοτέλεια και μέσα από τη διαδικασία αυτή, γιατί όχι, να αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη στην αναψηλάφηση του «καινούργιου»; Ουτοπία; Έγκλημα καθοσιώσεως; Εθνικιστικό delirium; Ο Γκράμσι θα απαντούσε: «απαισιοδοξία της λογικής και αισιοδοξία της βούλησης».

Το ελληνικό πρόβλημα μόνο επιδερμικά είναι πρόβλημα ορθολογικότητας. Αντιθέτως, εν μέσω ενός υπερτροφικού επιθυμητικού και ενός υπερτροφικού λογιστικού το ζήτημα είναι η αποκατάσταση του απολεσθέντος θυμοειδούς (σκοτώσαμε τον έναν ίππο…). Όταν, λοιπόν, τα διαθέσιμα πολιτικά εργαλεία δεν επαρκούν,  χρειάζεται να ανασύρουμε από την αποθήκη του συλλογικού μας Εγώ εγγυημένες «εξωπολιτικές» αξίες, όπως το φιλότιμο, την ελληνική, δηλαδή, εκδοχή αυτού που στη Δύση είπαν «κοινωνία πολιτών». Ιδού! Το ολόγραμμα της κρίσης σημαίνει ευκαιρία. Αναζητούνται πολιτικοί. Εμπνευσμένοι. Και κυρίως Πολίτες, αλλά προς Θεού, όχι αθώοι…